ΑΠΟΨΕΙΣ

Συσκότιση

Την Κυριακή το βράδυ, έσβησαν ξαφνικά τα φώτα. Η γειτονιά όλη, σε κεντρικό δρόμο του Μετς, βυθίστηκε στο σκοτάδι. 

Τα πρώτα μηνύματα ήταν ανησυχητικά: συσκότιση επικρατούσε από τον Πειραιά, τη Νίκαια και την Αγία Βαρβάρα έως το Παλαιό Φάληρο, τη Νέα Σμύρνη, ακόμα και σε περιοχές του αθηναϊκού κέντρου. 

Τόσες περιοχές, απομακρυσμένες μεταξύ τους, να βυθίζονται στο σκοτάδι για περίπου μία ώρα, ήταν φυσιολογικό; Αν δεν υπήρχε το Διαδίκτυο, η ανησυχία θα είχε χτυπήσει κόκκινο: δεν ήταν παρά μια φωτιά σε υποσταθμό της ΔΕΗ στον Ασπρόπυργο που είχε προκαλέσει το μικρό αυτό κακό, το οποίο, όμως, όσο διαρκούσε η συσκότιση, αποκτούσε δυσανάλογες διαστάσεις μέσα μας. 

Σε άλλες εποχές, ένα αθώο, εκτεταμένο μα και σύντομο χρονικά, «μπλακ άουτ» της ΔΕΗ δεν θα προκαλούσε παρά τον γνωστό εκείνο εκνευρισμό του Ελληνα για το κράτος του. Την Κυριακή το βράδυ, δεν ήταν ακριβώς έτσι. Βυθισμένοι στο σκοτάδι, εντός και εκτός σπιτιού, με την κακοφωνία των αποχαλινωμένων συναγερμών και την ερημιά στους δρόμους, το σκηνικό είχε μιαν υποψία Αποκάλυψης.  

Υπερβολή; Προφανώς! Επειτα όμως από ένα χρόνο πανδημίας –και γενικά, έπειτα από μια δεκαετία μεγάλων, δραματικών ανατροπών– δεν θέλει και πολύ το μυαλό να πάρει ανάποδες στροφές. 

Κάποιοι, παλαιότεροι κάπως, θυμηθήκαμε έναν άλλο, μακρινό Φεβρουάριο, που είχαν σβήσει στις έντεκα το βράδυ τα φώτα: το 1981, με τον μεγάλο σεισμό στις Αλκυονίδες νήσους. Τώρα δεν υπήρξε σεισμός, αλλά για αυτή την περίπου μία ώρα, το κουρασμένο, καχύποπτο μυαλό φαντασιωνόταν καταστροφές. 

Η συσκότιση η εξωτερική μπορεί να κράτησε λίγο, η εσωτερική όμως, αυτή που μας βασανίζει εδώ και καιρό, έχει άλλη διάρκεια και άλλο βάθος. Είναι το αόρατο αποτύπωμα ενός συλλογικού τραύματος, το οποίο εύκολα μάλλον θα επουλωθεί εάν αλλάξει κάτι προς το καλύτερο.

Μονάχα που αυτή η βελτίωση δεν φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα. Αυτή τη στιγμή, καθώς γράφω, αναμένονται ανακοινώσεις για καθολικό lockdown. Οχι ότι δεν το περιμέναμε. 

Προχθές την Κυριακή που παραμέναμε στο σκοτάδι, έβαζα διάφορα με το μυαλό μου: άραγε γίνονται ακόμη αεροπορικά ταξίδια; Υπάρχει κόσμος που ταξιδεύει ακόμα; Μια εικόνα πολυσύχναστου αεροδρομίου στο μυαλό μου φάνηκε αίφνης σαν κάτι εξωτικό. Κάτι όμορφο και μακρινό· σχεδόν ιδανικό. Ή ένα γεμάτο γήπεδο ποδοσφαίρου, ένα θέατρο ή μια αίθουσα συναυλιών με κόσμο. Κοιτούσα απ’ το παράθυρο τη σκοτεινιασμένη Αθήνα και όλο αυτό έμοιαζε με κακό όνειρο. Ενα αγχωτικό όνειρο απ’ το οποίο ξυπνάς συνέχεια κατάκοπος.

Αυτή είναι η ουσιαστική συσκότιση: όταν το αυτονόητο μετατρέπεται σε ζητούμενο και όσα κάποτε μας προσέφεραν οξυγόνο έχουν εξοριστεί από τις ζωές μας. 

Ζούμε ακραίους καιρούς, αλλά το μόνο που δεν πρέπει να κάνουμε, παρά την πίεση και τη στέρηση, είναι να γίνουμε και εμείς ακραίοι, σκοτεινοί.