ΑΠΟΨΕΙΣ

«Κάλλιο αργά» ή έγκαιρα;

Δεν ισχύει πάντοτε το παροιμιώδες «κάλλιο αργά παρά ποτέ». Και δεν διαθέτει σε όλες τις περιπτώσεις την εξαγνιστική, καθαρτήρια δύναμη που θέλουμε να του αποδίδουμε. Σε αρκετές περιπτώσεις το «αργά» είναι απλώς το άλλο όνομα του «ποτέ». Και τότε τίποτε το καλύτερο δεν μπορεί να προκύψει. Αυτό συμβαίνει όταν το διακύβευμα είναι η ίδια η ζωή ενός ή πολλών ανθρώπων, ή η τιμή, η αξιοπρέπεια και η ψυχοσωματική ακεραιότητά τους με τα οποία ισούται μια ζωή, όταν δεν είναι άδειο κέλυφος.

Ας προσπαθήσουμε να αντιστοιχίσουμε το νόημα της παροιμίας σε τρία από τα κυριότερα γεγονότα των τελευταίων ημερών. Γεγονός πρώτο, η αποκάλυψη –για μυριοστή όμως φορά, τόσο που να το καταπίνουμε σαν αυτονόητο ή σαν φυσικό νόμο– ότι, επί «θεομηνιών», όπως καταχρηστικά τις αποκαλούμε, το κράτος δρα πάντοτε εμβαλωματικά, προχειρότατα, ασυντόνιστα και αυτοπροστατευτικά. Το πρώτο που κάνει είναι να χαρακτηρίσει «πρωτόγνωρο» το καταστροφικό φυσικό φαινόμενο, το δεύτερο να επιδοθεί σε αυτοεπαίνους και το τρίτο να υποσχεθεί ότι θα ρίξει τσιμέντο στις πηγές δυσλειτουργίας, για να πάψουν να ενοχλούν. Τώρα, κι ενώ τα απόνερα της «Μήδειας» συνεχίζουν να ταλαιπωρούν περιοχές της Αττικής και της Εύβοιας, ακούμε για «καλύτερο συντονισμό των υπηρεσιών» κ.λπ. «Στερνή μου γνώση»; Μα ποια γνώση; Στην επόμενη «θεομηνία», τα ίδια θ’ ακούσουμε. Που σημαίνει ότι το «κάλλιο αργά» είναι λόγος κενός.

Γεγονός δεύτερο, οι συνεχείς, επώνυμες και δημόσιες αποκαλύψεις για την κολάσιμη σεξουαλική δράση «γνωστού σκηνοθέτη-ηθοποιού», που πλέον κατονομάζεται θαρραλέα από θύματά του, και η εξαιρετικά αργοπορημένη ανάληψη μερικής, μερικότατης ευθύνης από την υπουργό Πολιτισμού. «Ο Λιγνάδης με ηπάτησε», δήλωσε η κ. Λίνα Μενδώνη, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι ο φαρισαϊσμός γεννήθηκε ήδη στον Παράδεισο, πολύ προ Φαρισαίων. Μαγεμένη από την υποκριτική δεινότητα του καταγγελλομένου, χρειάστηκε έναν μήνα για να δώσει σημασία στο γυμνό, ανυπόκριτο «κατηγορώ» των θυμάτων. Ποιο «κάλλιο αργά». 

Γεγονός τρίτο, η πολυήμερη απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα και ο κίνδυνος θανάτου που αντιμετωπίζει. Δολοφόνος είναι ο απεργός. Σκέτα, όχι «πολιτικός δολοφόνος». Τίποτε το επαναστατικό δεν «εξευγένιζε» και δεν αθώωνε τη φονική του δράση. Αν πεθάνει διεκδικώντας δικαιώματα που ο νόμος τα αναγνωρίζει αμερόληπτα και απροσωπόληπτα, το κράτος δικαίου θα μετράει μια βαριά ήττα, σαν κράτος εκδίκησης. Και κατόπιν θανάτου, κανένα «κάλλιο αργά» δεν νοείται.