ΑΠΟΨΕΙΣ

Σαν άπιαστο όνειρο

Υπήρξαν πολλές νύχτες που από κάποια απόμερη παραλία ατενίσαμε τον έναστρο ουρανό. Αυτή η παγωμένη και καυτή αίσθηση μιας μυστηριακής ένωσης με κάτι που μας υπερβαίνει. Εστω και μέσα στη σιωπή, μέσα στη στιγμιαία ή διαρκή μόνωση, ένα αίσθημα αρμονίας – φευγαλέο σαν άπιαστο όνειρο κι όμως στέρεο με έναν αλλόκοτο τρόπο. 

Νιώσαμε ασήμαντοι, μικροί; Ενδεχομένως, ωστόσο, δεν ήταν αυτό που κυριαρχούσε, αλλά μια εσωτερική δυναμική που μας υπαγόρευε σε μιαν ακατάληπτη γλώσσα, έναν μυστικό κώδικα, ότι ποτέ δεν είμαστε μόνοι, πως όλα και όλοι συνδέονται. Μια ελάχιστη γεύση του «αλλιώς» που όλοι αναζητούμε, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι. 

Γειωμένοι ή αλαφροΐσκιωτοι, ρεαλιστές ή ρομαντικοί, μηχανικοί ή ποιητές, έμποροι ή φιλόσοφοι, όλοι έχουμε μέσα μας μια τέτοια στιγμή, σε νησί ή σε βουνό, ελάχιστη σημασία έχει. Και είναι αυτό που, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, δυσκολευόμαστε να αισθανθούμε τον τελευταίο καιρό. 

Ακόμα και τις μέρες της ακραίας πόλωσης των αντιμνημονιακών κρίσεων, μέσα στην αγωνία μας και στον θυμό που μας κατέβαλλε, μπορούσαμε να βρούμε κάπου, κάπως αυτή τη μυστική ανάσα: ένα κρυφό παράθυρο που ανοίγει και κλείνει, τόσο όσο όμως για να υποψιαστείς πως υπάρχει μια δικαίωση στην κάθε στιγμή της ζωής σου. Οτι το πέρασμα του χρόνου δεν είναι τριβή και φθορά αλλά, πρωτίστως, προέκταση και διάρκεια.

Η ακινησία, η στατική συνθήκη που μας έχει επιβάλει ο αόρατος, μικροσκοπικός ιός, από την εμπορική αδράνεια έως τη δαιμονοποίηση της αγκαλιάς και, κυρίως, τον διάχυτο φόβο, όλα έχουν ανακόψει με έναν βίαιο τρόπο το κελαρυστό ποτάμι της ονειροπόλησης και της θέασης μιας πιο μεγάλης εικόνας των όσων βιώνουμε. Ο ορισμός της στενοχώριας, με άλλα λόγια.

Στην πολιτική, κοινωνική ζωή, μετά τις απωθητικές, άκρως αντιερωτικές ιστορίες σεξουαλικής επιθετικότητας, μετά τη φούσκα με μια απεργία πείνας, η οποία όμως έχει θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ενός ανθρώπου (ναι, ακόμη και αν είναι ένας αμετανόητος φονιάς), μετά την τρομακτική αστυνομική βία της Νέας Σμύρνης, όλο αυτό το τοξικό απόβλητο μιας κακοφορμισμένης καθημερινότητας, και με περίβλημα τα απαγορευτικά ημίμετρα που δεν μπορούν να αναχαιτίσουν τον ιό – τα πάντα σε οδηγούν, αβίαστα, σε ένα παράλογο συμπέρασμα: όλο αυτό δεν θα περάσει ποτέ, από δω και πέρα η ζωή μας θα είναι αυτό το πράγμα. 

Δεν θα είναι έτσι, φυσικά. Η ζωή ποτέ δεν μένει ακίνητη, αυτό το ξέρουμε καλά. Αυτό το ανώμαλο αίσθημα ακινησίας που μας έχει καταβάλει, είναι ψευδεπίγραφο, μια ψευδαίσθηση πυρετού. Κάπου, κάπως μας περιμένει μια στιγμή έναστρης ενατένισης της μοναδικής ζωής που ευλογηθήκαμε να έχουμε. Και αυτή είναι μια ισχυρότερη πραγματικότητα από τις πνιγηρές αυταπάτες της πανδημίας.

Οπως το έχει θέσει ο Ιάπωνας Κομπαγιάσι Ισα, «σε αυτό τον κόσμο/ βηματίζουμε πάνω στη στέγη της κόλασης/ κοιτώντας τα λουλούδια».