ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο ορισμός του διαβολικού

Η εβδομάδα που πέρασε στιγματίστηκε από το φρικτό έγκλημα στα Γλυκά Νερά. Ο βίαιος, παράλογος θάνατος μιας εικοσάχρονης κοπέλας, να αγκομαχάει για μια ανάσα που κάποιοι τής στέρησαν, αγωνιώντας (και) για το μωρό της που κοιμόταν κάπου εκεί δίπλα της, ο άνδρας της, χτυπημένος και δεμένος σε μια καρέκλα, τρεις άγνωστοι άνδρες να έχουν εισβάλει νυχτιάτικα στην εστία μιας οικογένειας, έχοντας προηγουμένως σκοτώσει και το σκυλί της οικογένειας αυτής – και όλο αυτό το μακελειό για μερικά χρήματα. 

Οχι ότι κάτι άλλο (μια ειδική ψυχοπαθολογία, π.χ.) θα μπορούσε ποτέ να δικαιολογήσει αυτή την ωμότητα, αλλά το κίνητρο πίσω από αυτό το ξέσπασμα της βίας έχω την αίσθηση ότι επιτείνει την όλη αίσθηση του παραλογισμού. Είναι το αγοραίο και το φθηνό που από τη μια στιγμή στην άλλη μεταλλάσσονται σε σαδισμό, σε παροξυσμό βίας. Το έγκλημα στα Γλυκά Νερά είναι από εκείνα που μόλις αποκτάς μια πρώτη αίσθηση της διάστασής του, θέλεις όσο τίποτε άλλο να μπορούσες να γυρίσει πίσω ο χρόνος για να το αποτρέψεις. Είναι από αυτά τα εγκλήματα που νιώθεις πως σε φέρνουν απέναντι ακόμα και από τους πλέον στοιχειώδεις νόμους της φυσικής: θα ήθελες να μπορούσαν να ανατραπούν όλα μόνο και μόνο για να μπορέσει η μητέρα αυτή να πάψει να είναι αιώνια είκοσι χρόνων, αλλά να μεγαλώσει και να γεράσει, κρατώντας το παιδί της στην αγκαλιά της. Είπα «μόνο και μόνο;» Μα αυτό είναι τα πάντα! Είναι το ελάχιστο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το δικαίωμα στη ζωή, και την ίδια στιγμή είναι το παν! 

Τόσο ως ωμός, ανελέητος ρεαλισμός όσο και σε ένα συμβολικό επίπεδο (η παραβίαση του οικογενειακού άβατου και η διάρρηξη, με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, του οικογενειακού βίου), το φονικό στα Γλυκά Νερά μας κάνει όλους να νιώθουμε απροστάτευτοι, ευάλωτοι, εκτεθειμένοι. Και την ίδια στιγμή, εξοργισμένοι. Το βάρβαρο σκηνικό ανακαλεί στο συλλογικό ασυνείδητο μνήμες και ροπές εκδίκησης και αυτοδικίας. 

Είναι ένα λεπτό, επικίνδυνο σημείο που μπαίνει εμβόλιμο μέσα σε μια συνθήκη άκρατης απομάγευσης όλων εκείνων των θεμελιωδών στοιχείων της ανθρώπινης (συν)ύπαρξης, όλων όσα μας καθιστούν ανθρώπους και μέλη μιας κοινωνίας πολιτών. 

Επειτα από δέκα συνεχή έτη οικονομικής κρίσης (η οποία δεν έχει λήξει) και έναν (και πλέον) χρόνο διαρκούς τρόμου για την υγεία μας (για τη ζωή μας και τη ζωή των ανθρώπων μας), έπειτα από ένα αλλόκοτο χρονικό διάστημα πόλεων ακυρωμένων, στερήσεων και απαγορεύσεων (με επιπρόσθετες συνέπειες στην οικονομία…), ο καθένας αισθάνεται πως αν τον πιάσεις από τη μύτη θα σκάσει. Και έρχονται σκηνικά όπως αυτό στα Γλυκά Νερά για να δώσουν τη χαριστική βολή. 

Οι τρεις άγνωστοι κλέφτες και δολοφόνοι είναι ο ορισμός του διαβολικού: μιας οντότητας που διαβάλλει, χωρίζει, διασπά. Πώς θα γίνει να εξορκίσεις τον διάβολο χωρίς να γίνεις ένα με αυτόν; Εναν τέτοιο γρίφο μόνον η πολιτεία μπορεί, ενδεχομένως, να λύσει. Οχι πάντως το λυσσασμένο πλήθος, ο απλός πολίτης με το φορτισμένο θυμικό.