ΑΠΟΨΕΙΣ

Φαινόμενο ώς το τέλος

Το 1989, στο Σάντερλαντ της βορειοανατολικής Αγγλίας, μπορούσες με λίγη τύχη να ακούσεις από κάποιο σπίτι ένα τραγούδι του Τόλη Βοσκόπουλου. Σουρεαλιστικό; Ναι. Από την άλλη, όχι και τόσο: η πόλη με τα άλλοτε κραταιά ναυπηγεία, που είχε κλείσει ως προβληματικές επιχειρήσεις η Θάτσερ, είχε, εκτός από ανέργους, και πολλούς Ελληνες φοιτητές.

Ημουν ένας από αυτούς, αλλά, να πω τη μαύρη αλήθεια, δεν υπήρξα ποτέ θαυμαστής του Βοσκόπουλου. Και ήμουν απελπιστικά μόνος σε αυτό (ναι, ήμουν ο «ξενέρωτος της παρέας»): πολλοί, πάρα πολλοί συνομήλικοί μου λάτρευαν τον ένρινο ήχο της φωνής του. Δεκαεννιάχρονοι Ελληνες φοιτητές της Αγγλίας μεθούσαν (στην κυριολεξία) με τα τραγούδια «του Τόλη».

Δεν είχαν ζήσει το ’60 και το ’70, δεν τον είχαν προσέξει στο «Μαριχουάνα στοπ!», δεν είχαν προλάβει καν να τον ακούσουν ζωντανά σε κάποιο από τα νυχτερινά κέντρα, και όμως τον λάτρευαν. Με τον καιρό, άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν ήταν μόνον η μελωδία και οι στίχοι που τους συνάρπαζαν. Ισως, μάλιστα, αυτό να ήταν το λιγότερο.

Ηταν η προσωπικότητα που αναδυόταν μέσα από την ερμηνεία. Αυτό που τους ενθουσίαζε, στην πραγματικότητα, ήταν να τραγουδούν μαζί με τον Βοσκόπουλο, χωρίς να καλύπτουν τη φωνή του (πώς θα μπορούσαν άλλωστε;), να τον συνοδεύουν, λες και έτσι θα έκλεβαν κάτι από το πάθος και την αρχοντική, και άκρως λαϊκή την ίδια στιγμή, πληθωρικότητά του. 

Ο Τόλης έφερνε στην επιφάνεια τον Τόλη που κατέπνιγαν μέσα τους. Ή που φαντασιώνονταν ότι έκρυβαν μέσα τους.

Τι πείραζε αν δεν ήταν λαϊκά παιδιά αυτοί οι φοιτητές, αλλά «χαλασμένα» παιδιά των νοτίων προαστίων; Η μόνιμη φαντασίωση του Ελληνα διαχρονικά είναι πως είναι «λαϊκός και κατατρεγμένος, φτωχός πλην όμως τίμιος».
 
Κάπως έτσι, αν 20 χρόνια πριν από το 1989 οι Ελληνες μετανάστες στη Γερμανία ή στο Βέλγιο έπεφταν σε έκσταση ακούγοντας το «Δεν σου έλειπε τίποτα» με τον Καζαντζίδη πρώτη και τη Λίτσα Διαμάντη δεύτερη φωνή (και ένα δαιμόνιο αρμόνιο να αναλαμβάνει το τσιφτετέλι-σόλο), στη βορειοανατολική Αγγλία της τελευταίας χρονιάς του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και της Θάτσερ στην Ντάουνινγκ Στριτ τα παιδιά (ίσως) κάποιων από εκείνους τους μετανάστες έκλειναν τα μάτια εκστατικά ακούγοντας το «Αγωνία με λαχτάρα» και ορκίζονταν στο λαρύγγι του Τόλη: ο λαϊκός άρχοντας, που πατούσε με το ένα πόδι στην ταπεινή κάμαρη και με το άλλο στο τουρκομπαρόκ παλάτι της φήμης, μιλούσε στην ψυχή τους. Ηταν φαινόμενο. Και παρέμεινε φαινόμενο ώς το τέλος.