ΑΠΟΨΕΙΣ

Φράγκα, κούρσες και πορνό

Θυμάμαι έναν μπάρμπα που έζησε τα νιάτα του στις αρχές του εικοστού αιώνα να απολαμβάνει τις καντάδες με την ψυχή του. Τις μουσικές που άκουγαν ο γιος του και οι φίλοι του, από τη Μαίρη Λω έως τον Πέρι Κόμο, τις έβρισκε απωθητικές, βάρβαρες. 

Ο μέγας Τέοντορ Αντόρνο, από τους κορυφαίους διανοητές της περίφημης Σχολής της Φρανκφούρτης, θεωρούσε την τζαζ πολιτισμικό υποπροϊόν. Μιλάμε για τον Ντιουκ Ελινγκτον και τον Κάουντ Μπέιζι, την Μπίλι Χόλιντεϊ και τον Μπένι Γκούντμαν. Μουσικές που, πλέον, στα δισκοπωλεία (όσα έχουν επιζήσει…) καταχωρίζονται μαζί με την κλασική μουσική. Με άλλα λόγια, στην ελίτ. 

Οι γενιές που μεγάλωσαν, πάλι, με τον Μπιλ Χάλεϊ, τους Platters και την Κόνι Φράνσις, έβρισκαν κακόηχο το ροκ που έπαιζαν οι Doors και ο Τζίμι Χέντριξ.   

Η δική μου γενιά άκουγε τη δεκαετία του ’80 τον Μάικλ Τζάκσον και τον Στινγκ, τον Μπίλι Αϊντολ και τους Duran Duran – μουσικές που οι μία δεκαετία μεγαλύτεροι ροκάδες του ’70, που μεγάλωσαν με Jethro Tull και Pink Floyd, θεωρούσαν υποπροϊόντα της μαζικής κουλτούρας. 

Οι σημερινοί πενηντάρηδες, με τη σειρά μας, δυσκολευόμαστε πολύ να ανεχθούμε τους διάφορους «τράπερ», τις μουσικές που ακούν οι σημερινοί έφηβοι και νέοι. Κατ’ αναλογία, υποθέτω, ο πενηντάρης του 1956 θα πρέπει να έβλεπε τον Ελβις να λικνίζεται στη σκηνή και να έβρισκε το όλο θέαμα προσβλητικό, άσεμνο ή απλώς βλακώδες. 

Βλακώδεις μου φαίνονται οι «τράπερ» σήμερα – κι ας χαλάνε κόσμο στο YouTube, κι ας πηγαίνουν πέντε χιλιάδες άτομα στις κηδείες τους, κι ας ξημεροβραδιάζονται τα νέα παιδιά στο σημείο όπου σμπαράλιασαν τις κούρσες τους ξημερώματα. 

Θέλω να πω, κάθε γενιά απαξιώνει τα τραγούδια που ακούει η νεότερη γενιά. Αυτό αποτελεί σχεδόν φυσική νομοτέλεια. 

Θα αντιτείνει κάποιος: ναι, αλλά οι στίχοι των παλιών ροκάδων δεν προέτρεπαν σε βιασμό, δεν ήταν διασπορά μίσους. Συμφωνώ. Μπορείτε όμως να αναλογιστείτε πώς ένιωσαν οι πενηντάρηδες του 1966 όταν άκουσαν το (αριστουργηματικό) «The End» των Doors; Αιμομιξία, πατροκτονία και δεν συμμαζεύεται…

Αστείες συγκρίσεις βεβαίως. Ο Μόρισον είχε την παιδεία του και οι στίχοι του «ακουμπούσαν» πάνω σε μακραίωνες πολιτισμικές εγγραφές. 

Ισως να μιλάει ο πενηντάρης μέσα μου, αλλά το απωθητικό σήμερα είναι ο ιδιότυπος μηδενισμός που βγαίνει μέσα από τη σημερινή στιχουργία και τη μουσική, μηδενισμός όμως όχι όπως εκείνος της πανκ το ’70 αλλά μπολιασμένος με μια αποθέωση του καταναλωτισμού, του εναγκαλισμού της βίας και ιδιαζόντως οπισθοδρομικές απόψεις πάνω στις γυναίκες, στο σεξ, στις σχέσεις: φράγκα, κούρσα, κόκα και σκληρό πορνό. 

Μαθαίνω ότι δεν είναι όλη η «τραπ» αυτό το πράγμα. Προφανώς. Και αυτό που θα επιζήσει δεν θα είναι το σκουπιδαριό. Αυτό θα πάει στη χωματερή από τα ίδια τα παιδιά που τώρα το αποθεώνουν. Οπότε, λίγη ψυχραιμία. Ολοι κάναμε βλακείες στα νιάτα μας. Και ήταν υπέροχες βλακείες.