ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Επαγγελματίες σαμποτέρ

Αυτοί που δηµιούργησαν εντάσεις κατά τη φετινή επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, οι ίδιοι δηλαδή που προκαλούν επεισόδια κάθε χρόνο ή οι φυσικοί συνεχιστές τους, είναι άτομα που δεν έχουν καμία ιστορική και ιδεολογική σχέση με τα ιδανικά του αυθεντικού αντιφασισμού. Πιο συγκεκριμένα, είναι εκείνοι που με το ήθος και τη δράση τους συμπυκνώνουν ό,τι πήγε στραβά με την κληρονομιά της 17ης Νοέμβρη, εκείνοι που έχουν καθηλώσει την ελληνική Αριστερά σε μια ναφθαλινούχα στασιμότητα μοχθηρού συντηρητισμού και αντιδραστικότητας, συμπαρασύροντας και την Παιδεία ως γενικότερο σύστημα θεσμών, αντιλήψεων και ακαδημαϊκών πρακτικών. Οι υπονομευτές της προόδου φορούν την επαναστατική τους προβιά και αφοσιώνονται σε μια άκρως κομφορμιστική παράσταση.

Ανιστόρητοι ζηλωτές

Εμποδίζοντας τη διακοινοβουλευτική επιτροπή να καταθέσει στεφάνι, οι εχθροπαθείς τραμπούκοι απέδειξαν, εκτός από την κακή αγωγή και τον βίαιο χαρακτήρα τους, την πλήρη άγνοιά τους για το ιστορικό περικείμενο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Μερικές βασικές αλήθειες έχουν παρεξηγηθεί μέσα στην αχλύ του χρόνου: οι πρωταγωνιστές της εξέγερσης του ’73 δεν έδρασαν στο πλαίσιο κάποιας κλειστής πολιτικής ή κομματικής ατζέντας, δεν σκηνοθέτησαν μια τελετουργία για φίλους και φίλους φίλων. Η ιστορία που έγραψαν είναι μια ιστορία υπέρβασης του εαυτού, ένα έμβλημα αυτοθυσίας – όχι πόζας, επιβολής και αυτοανάδειξης. Η δημοκρατία εν μέσω χούντας δεν ήταν θέμα ερμηνευτικής διαμάχης και οπαδικών διενέξεων πολυτελείας· ήταν ανύπαρκτη. Η αντίσταση στη χούντα, επομένως, ήταν ένα υπαρξιακό και αντιδημοφιλές ζητούμενο σε μια συνθήκη κυριολεκτικής διακινδύνευσης, μακριά από μικρότητες και ναρκισσισμούς. Η ερμηνεία της ιστορίας του Πολυτεχνείου στο πλαίσιο μοντέρνων συσχετισμών και ταυτοτήτων είναι ένας ανόητος αναχρονισμός.

Παράτυποι κληρονόμοι

Διαχρονικά και σκοπίμως, η Αριστερά αρνείται να αποδεχτεί ότι η οικειοποίηση συμβόλων και επιτευγμάτων είναι μια ανήθικη αλλά και κοινωνικά επαχθής τακτική. Δεν τη συμφέρει στρατηγικά να το αποδεχτεί, γιατί η ισχύς της πηγάζει αποκλειστικά από το παρελθόν και από την τέχνη της επιλεκτικής μυθοποίησης. Η Ιστορία, όμως, και τα επιμέρους επεισόδιά της δεν ανήκουν σε κανέναν. Τα βιώματα των προηγούμενων δεν είναι παράσημα για τους επόμενους· ο θαυμασμός και το δέος δεν γεννούν κληρονομικά δικαιώματα. Οσο κι αν μας αφορούν ή πιστεύουμε ότι μας αφορούν τα περασμένα, έχουμε χρέος να κρατάμε αποστάσεις σεβασμού από αυτά. Η φαντασιακή μας ταύτιση δεν μπορεί να οδηγεί στην πειρατεία της δόξας άλλων και το πάθος δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αναίδεια. Φέτος, είδαμε αμούστακους πορτιέρηδες να αρνούνται σε προσωπικότητες που έζησαν το Πολυτεχνείο από κοντά το δικαίωμα να αποτίσουν φόρο τιμής. Αυτή η χωροχρονική ανωμαλία δεν είναι μόνον αντανάκλαση ασέβειας, αλλά κι ενός προνομίου άγνοιας και θράσους: τα ατίθασα «παιδιά» σφετερίζονται την Ιστορία, χωρίς καν να τη γνωρίζουν.

Η βία επιστρέφει

Είναι άγνωστο αν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που έδειξαν να σοκάρονται από την επίθεση εις βάρος του Νίκου Μανιού στο Πολυτεχνείο, υπέστησαν αληθινό σοκ. Σε περίπτωση που η έκπληξή τους μπροστά στη βία ήταν γνήσια, συνάγεται ότι η επαφή της Αριστεράς με την πραγματικότητα είναι σήμερα ακόμη πιο προβληματική απ’ ό,τι κατά την περίοδο της αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης και της μνημονιακής διακυβέρνησής της. Η ομερτά απέναντι στην πολιτικώς υποκινούμενη βία και η μετά βδελυγμίας απόρριψη της παραμικρής συσχέτισης των δύο άκρων οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ σε τύφλωση και άγνοια κινδύνου. Θωπεύοντας και δικαιολογώντας τη βία κατά περίπτωση, ξέχασε ότι αυτή μπορεί άνετα να στραφεί και εναντίον του. Αυτό είναι και το πρόβλημα με όσους βρίσκουν τις μολότοφ αστείες, καθώς ρομαντικοποιούν την παράνομη βία επί τη βάσει κομματικού συμφέροντος: η αυθαιρεσία είναι εξ ορισμού χειριστική σύντροφος· σε χρησιμοποιεί κάνοντάς σε να πιστεύεις ότι τη χρησιμοποιείς εσύ.

Επανάσταση ως μόδα

Η οικειοποίηση του Πολυτεχνείου από άκαπνους επαναστάτες είναι μια μέθοδος αυτόματης κοινωνικής καταξίωσης και ένταξης σε κύκλους της Αριστεράς, ένας τρόπος εισαγωγής σε μια οιονεί υποκουλτούρα δηλαδή, εξ ου και η διακαής ανάγκη νέων ανθρώπων να λάβουν μέρος στην ετήσια πολεμική ιερουργία. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πραγματικοί αντιστασιακοί, αυτοί που έζησαν στο πετσί τους τα βασανιστήρια της χούντας, τις διώξεις, αλλά και τα χρόνια επιβεβλημένης παρανομίας, μιλούν συνήθως με φειδώ για όσα πέρασαν τότε. Το αληθινό βίωμα φέρνει σοφία και μετρημένες κουβέντες, σε αντίθεση με τη σπουδαιοφανή μεταμφίεση που πάντοτε προδίδεται από την υπερβολή της.

Αναζητώντας τον φασισμό

Στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων αδυναμιών συνεννόησης, δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να συμφωνήσουμε σε μια σύγχρονη και αποτελεσματική εννοιολόγηση του φασισμού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να τον βλέπει ο καθένας όπου τον βολεύει, ανάλογα με το φίλτρο αναζήτησης που χρησιμοποιεί (λεξικογραφικό, ετυμολογικό, ιστορικό, παραταξιακό ή άλλο), αντί να τον ψάχνει στην ουσία, δηλαδή στις πρακτικές εκείνες που τον αναπαράγουν με μικρή ή μεγαλύτερη ένταση: στην κατάλυση του νόμου, στην περιφρόνηση των δικαιωμάτων, στην αυθαίρετη επιβολή, στην αντίληψη ότι οι ευλογημένοι σκοποί αγιάζουν τα αισχρά μέσα. Πολλοί «αντιφασίστες» θα έπρεπε να φοβούνται το είδωλό τους.