ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι άνθρωποι των θεών, οι θεοί των ανθρώπων

​Οσα ξέρουμε για το Ισλάμ εμείς οι χριστιανοί της Δύσης, ορθόδoξοι, καθολικοί ή προτεστάντες, δεν πρέπει να είναι πολύ περισσότερα απ’ όσα έτυχε να μάθουμε (με τη μέθοδο της αυτοδιδασκαλίας παρά από την επίσημη εκπαίδευση, που λατρεύει το «κανονικό» και οβελίζει το ετερόδοξο) για τον Απολιναρισμό, τον Νικολαϊτισμό ή τον Πελαγιανισμό. Για κάποιες από τις πάμπολλες αιρέσεις του χριστιανισμού δηλαδή, για την αντιμετώπιση των οποίων δεν έπεσε μόνο λόγος αλλά και ράβδος – και ρομφαία πύρινη. Και αυτά που ξέρουμε για την τρίτη κατά σειράν εμφανίσεως αβρααμική θρησκεία είναι λιγότερα κι απ’ όσα ξέρουμε για τη Σταυροφορία των Παιδιών λ.χ., τη μία από τις πολλές σταυροφορίες που επιχειρήθηκαν προς απελευθέρωση υποτίθεται των Αγίων Τόπων· για να σταυρώσουν όσους βρέθηκαν στο διάβα τους, μουσουλμάνους και χριστιανούς.

Το σχολείο, μέχρι εντελώς πρόσφατα, μεροληπτικό ή μάλλον προσηλυτιστικό, κάθε άλλο παρά ευνοούσε τη διδασκαλία της ιστορίας των άλλων θρησκειών. Ενδεχομένως δούλευε αποτρεπτικά –δηλαδή παιδαριωδώς λογοκριτικά– ο φόβος πως ίσως κάποιοι μαθητές μπουν στον πειρασμό να μάθουν πώς πορεύτηκε ο άνθρωπος από τον πολυθεϊσμό στον μονοθεϊσμό ή ποια η διαπλοκή του θρησκευτικού φαινομένου με τις κοσμικές εξουσίες, ποια η ύπουλη, υπνωτιστική χρήση που του επιφυλάσσουν οι κάθε λογής ηγεμόνες. Και ο φόβος αυτός –που τρώει το μυαλό όσων ασκούν κοσμικότατη εξουσία καπηλευόμενοι το μεταφυσικό θρησκευτικό κεφάλαιο, σαν ελέω Θεού βασιλιάδες ή σαν επί γης τοποτηρητές των θείων και αξιωματούχοι κάθε θρησκείας ή δόγματος– επιδεινώνεται στη σκέψη ότι μπορεί κάποιοι φιλοπερίεργοι να προχωρήσουν ακόμα περισσότερο. Και να αναρωτηθούν δύο τινά: Πρώτον, αν υπάρχουν θεοί χωρίς θρησκεία, χωρίς επίγειο σύστημα υποστήριξης, προαγωγής και εκμετάλλευσης. Και δεύτερον, πότε και με ποια κριτήρια αποφασίζεται ότι μια θεότητα, που μάλιστα λατρεύεται ακόμα, πρέπει να αποσυρθεί από τους εγκυκλοπαιδικούς τόμους της ιστορίας και να υποβιβαστεί στους τόμους της μυθολογίας.

Εκπαιδευτικώς απαράσκευοι, και ενηλικιωνόμενοι κοινωνικά μέσα στο αμνιακό υγρό της θρησκευτικής μονοκαλλιέργειας, πέφτουμε θύματα των στερεοτύπων, που κυκλοφορούν άλλωστε σε όλη τη Δύση. Τα στερεότυπα αυτά θέλουν τον μεν χριστιανισμό πάντοτε αγαπητικό, μειλίχιο και φιλάλληλο, το δε Ισλάμ πάντοτε πρωτόγονο, πολεμόχαρο και αδιάφορο για κάθε στοχασμό (ακριβώς τα αντίθετα, υποθέτω, ισχύουν στις χώρες με επικρατούσα ή μοναδική θρησκεία το Ισλάμ). Δεν είναι έτσι. Οσον αφορά τον χριστιανισμό, οι μόνοι ίσως που δεν θα συμφωνούσαν ότι έχει και τις πολλές, μαύρες από τον απόλυτο σκοταδισμό ή κόκκινες από το αθώο αίμα σελίδες του είναι οι υποκριτικά, επιδεικτικά και ωφελιμοθηρικά χριστιανοί. Στη χορεία αυτή ανήκουν και όσοι καταντούν να πιστεύουν ότι ο Χριστός ενανθρωπίστηκε αποκλειστικά για λογαριασμό τους, Οτι, για να δώσουμε ένα παράδειγμα από τα τρέχοντα, νοιάζεται όλως ιδιαιτέρως για την προκοπή του κόμματός τους, εθελοντές εκλογικοί αντιπρόσωποι του οποίου είναι άγιοι και μάρτυρες.

Εδώ πρέπει να ειπωθεί ότι το γνωστό τρικ της μετακύλισης ευθυνών δεν έχει νόημα. Είτε οι καθολικοί αμάρτησαν βαρύτερα, όπως κηρύσσουν οι ορθόδοξοι, είτε περισσότερο υπεύθυνοι είναι οι ορθόδοξοι, όπως πιστεύουν άλλα δόγματα, αυτός που απαξιώθηκε –ευτελισμένος από τους ίδιους τους κήρυκές του– είναι συνολικά ο χριστιανισμός, και όχι η μία ή η άλλη εκδοχή του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το βάρος των ανομημάτων που διεπράχθησαν και εξακολουθούν να διαπράττονται εν ονόματι του Χριστού ή του χριστιανισμού (δεν είμαι βέβαιος ότι αληθεύει η ταύτισή τους) πέφτει στους ώμους κάθε μέλους της κοινωνίας των πιστών. Σημαίνει όμως ότι όλοι εμείς οι Δυτικοί έχουμε την υποχρέωση να αποδεχτούμε δίχως προς εαυτόν και αλλήλους συχωροχάρτια ότι πολλά κακά διεπράχθησαν και διαπράττονται και εν ονόματί μας. Και να ανακαλύψουμε έτσι τη χαμένη μετριοπάθεια.

Το Ισλάμ έχει σήμερα την ηλικία του χριστιανισμού κατά το 1400 – όταν δηλαδή οι χριστιανικές βασιλείες μετρούσαν τα κέρδη και τις ζημίες από τις καταστροφικές Σταυροφορίες και ετοιμάζονταν να εκχριστιανίσουν διά πυρός και σιδήρου, εξανδραποδισμού και δουλεμπορίου την Αμερική και κατόπιν την Αφρική. Κι αν έχει αργοπορήσει ο δικός του Διαφωτισμός, ας μετρήσουμε στους συνυπαίτιους και την εις βάρος του χριστιανική βία: στον φανατισμό απαντά ο φανατισμός, και πια ο τζιχαντισμός. Η σιγουριά της ανωτερότητάς μας, πάντως, μας έχει πείσει ότι το Ισλάμ (ο «μωαμεθανισμός» όπως διδαχτήκαμε να λέμε, παρότι οι μουσουλμάνοι αρνούνται αυτόν τον όρο) τυγχάνει εγγενώς και ανήκεστα πρωτόγονο. Δεν είναι έτσι. Ας δοθεί εδώ ο λόγος σε κάποιον που και γνωρίζει άριστα τον κόσμο των μη χριστιανικών θρησκειών και διατηρεί άθικτη τη μετριοπάθειά του: στον σημερινό αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο Γιαννουλάτο, που, ως επίσκοπος Ανδρούσης τότε, υπογράφει το λήμμα «Ισλάμ» στον τόμο «Οι θρησκείες» της Εγκυκλοπαίδειας της Εκδοτικής Αθηνών. Αντιγράφω: «Ως θρησκεία το Ισλάμ διακρίνεται για την εκλεκτικότητα και την αφομοιωτική του δύναμη. Τα 3 βασικά στρώματα που τροφοδότησαν τις ρίζες του, υπήρξαν η προϊσλαμική αραβική θρησκεία, ο Ιουδαϊσμός και ο Χριστιανισμός, σε παρεφθαρμένη κυρίως μορφή. Από πλευράς φιλοσοφικής επηρεάστηκε από την ελληνική σκέψη, τόσο την αριστοτελική όσο και την πλατωνική. Στα νομικά θέματα, δεν παρέλειψε, μαζί με την αραβική κληρονομιά, να αξιοποιήσει τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή παράδοση».

Αρα; Αρα δεν υπάρχει ένας ισλαμισμός. Οπως δεν υπάρχει ένας χριστιανισμός. Δεν υπάρχουν συλλογικά ή γονιδιακά ένοχοι, όπως δεν υπάρχουν συλλογικά ή γονιδιακά αθώοι. Δεν είναι αιμοχαρείς τζιχαντιστές σαν τους φονιάδες του Charlie Hebdo όλοι οι μουσουλμάνοι. Και δεν φταίνε όλοι για την Αλ Κάιντα και το ΙSIS. Οπως δεν φταίνε όλοι οι χριστιανοί για τα φονικά των σταυροφόρων, την ιεραποστολική εξολόθρευση των ιθαγενών της Αμερικής, τον αφανισμό των Εβραίων από τον χριστιανό Χίτλερ ή, μόλις χθες, τη θεοληψία του Τζορτζ Μπους.

Αλφαβήτα. Που δυστυχώς την προσπεράσαμε υπεροπτικά δίχως να την ενστερνιστούμε, βέβαιοι για την αθωότητα της θρησκείας μας και την ανωτερότητα του πολιτισμού μας. Ας τη δούμε έστω τώρα, κι εμείς και οι «άλλοι». Και για να τυπωθεί βαθιά μέσα μας, ανεξίτηλα, ας τη γράψουμε πάλι και πάλι με το μολύβι που σωστά υψώνουμε σαν αντίπαλο στα καλάσνικοφ των φασιστοθεόληπτων.