ΑΠΟΨΕΙΣ

Των μυστηρίων η φανέρωση

​Στα χνάρια του καβαφικού «Δαρείου»: «Μέσα σε πόλεμο – φαντάσου, ελληνικά ποιήματα». Με τη διαφορά ότι εδώ και τώρα ο πόλεμος είναι πολιτικός, οικονομικός και ιδεολογικός, χωρίς αυτό να τον καθιστά πολύ λιγότερο σφοδρό από τον «κανονικό», των κανονιών. Ποτέ λοιπόν δεν μπορείς να ξέρεις πού θα σε βρει η ποίηση. Κι αν περιμένεις να σου μιλήσει μονάχα για τα υψηλά, ίσως τη δεις να μένει μέχρι τέλους άφωνη. Γιατί και τα ταπεινά χαίρονται την έγνοια της. Αίφνης, το κρακ των δαχτύλων μας, όταν τα τραβάμε ή τα σπάμε. Ακόμα και γι’ αυτό υπάρχουν λίγοι στίχοι που σώζουν νόημα. Είναι του Νίκου Καρούζου, από τον «Αντισεισμικό τάφο» (1984), όπου το ποίημα «Κι έλεγα χτες διαλογιζόμενος». Ο τίτλος του λειτουργεί και σαν πρώτος στίχος: «Α, τι απόλαυση όταν κάμπτω / κάποτε στη σιωπή μου / τα δάχτυλα του ενός χεριού με τα δάχτυλα του άλλου / κι ακούω κλακ ακούω κλοκ ακούω κλικ / ακούω μυστήριο στις αρθρώσεις / -δε θα ’θελα να εξηγήσουν οι ορθοπεδικοί-/ το σκότος πόσον;»

Παίγνιο; Δεν λείπει από τη λογοτεχνική λογική του Καρούζου η φιλοπαιγμοσύνη, όπως δεν λείπει γενικά από την ποίηση η όρεξη του πειράγματος και της σαρκαστικής εναντίωσης στη σοβαροφάνεια. Δεν της λείπει επίσης –λένε αρκετοί– κάποια μαντική ικανότητα, έστω κι αν δεν δεχτούμε σαν απόλυτη αλήθεια τη διαβεβαίωση είτε του Καβάφη, πως οι «σοφοί» αντιλαμβάνονται τη «μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων», είτε του Παλαμά, πως «αν χρειάζεται το μέτωπο του ποιητή να του το σφραγίσουμε με μια λέξη που να μας ξυπνάει ακέριο το νόημα της αποστολής του, καμιά λέξη δε θα ταίριαζε για τούτο περισσότερο από τη λέξη Προφήτης». Ο,τι απευχόταν λοιπόν ο Καρούζος, οιονεί μαντικά, να μην εξηγηθεί ένα ταπεινό βιολογικό μυστήριο, συνέβη. Η επιστήμη εξήγησε ότι με το τράβηγμα των κλειδώσεων «δημιουργείται κοιλότητα στο εσωτερικό του αρθρικού υγρού λόγω του εκεί υπάρχοντος αζώτου και διοξειδίου του άνθρακα, η δε παραγωγή φυσαλίδων προκαλεί δονήσεις που ταξιδεύουν στον αέρα και φτάνουν σαν ήχοι στ’ αυτιά μας». Ορθό. Μα αδιάφορο για την ποίηση. Οπως αδιάφορη ήταν για την «Τζοκόντα» η προ δεκαετίας διάγνωση του Πανεπιστημίου του Αμστερνταμ ότι το χαμόγελό της περιέχει 83% ευτυχία, 9% αηδία, 6% φόβο και 2% θυμό. Διέλυσε τάχα τη σαγήνη του μυστηρίου της η απομαγευτική στατιστική;