ΑΠΟΨΕΙΣ

Επισκέπτες και οδοιπόροι

Ε​​ίναι 93 ετών και έχει καταγραφεί ως ο αρχαιότερος εν ζωή Ελληνας πανεπιστημιακός παιδίατρος με ειδικότητα στα λοιμώδη νοσήματα. Επί τρεις δεκαετίες υπεύθυνος στο Τμήμα Λοιμωδών Νόσων του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία», έχει χειριστεί στην καριέρα του πάνω από 5.000 μηνιγγίτιδες… Ο Δημήτρης Ζουμπουλάκης, ο οποίος γεννήθηκε στην Τήνο και σπούδασε στην Ελλάδα και στη Γερμανία, δεν έζησε μόνο σε έναν άλλον κόσμο· είναι κι ένας κόσμος από μόνος του. Αντισυμβατικός στη σκέψη, απρόβλεπτος στη συζήτηση, κυνικός στο χιούμορ, επινοητικός στις περιγραφές, φειδωλός στις κοινωνικές επαφές, αφειδώλευτος στην έγνοια του για τους ασθενείς του. Πολυσυλλεκτικός στη γνώση, λάτρης της λογοτεχνίας, παρατηρεί τη ζωή με τη φιλοπεριέργεια των περιηγητών του 19ου αιώνα. Πριν από δύο χρόνια κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Οδοιπορικό ενός παιδιάτρου» (εκδ. Γαβριηλίδη) και πριν από λίγες ημέρες οι «Υποδειγματικές οικογένειες» (εκδ. Κοράλι), μια σειρά από ιστορίες που βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά. Ούτως ή άλλως, ό,τι αποκαλούμε συνοπτικά βίο, δεν είναι παρά μια συναρπαστική –αρκεί να μπορούμε να το αντιληφθούμε– συρραφή ιστοριών. Αλυσιδωτά μονόπρακτα τα οποία γράψαμε, σκηνοθετήσαμε και στα οποία, ενδεχομένως, πρωταγωνιστήσαμε.

Επιλέγουμε ένα απόσπασμα από τον «Ακούραστο ταξιδιώτη», μία από τις 15 ιστορίες του βιβλίου: «Αρχισα να κάνω τα πρώτα αγωνιστικά μου βήματα στον ιατρικό στίβο στις αρχές του 1940. Κατά τη γερμανική κατοχή. Τότε οι εμβολιασμοί και η χημειοθεραπεία ήταν στα σπάργανα, στο ξεκίνημα. Το μόνο εμβόλιο που υπήρχε ήταν η βατσίνα, δηλαδή ο δαμαλισμός. (…) Οσοι ασχολούνταν με αρρώστους (γιατροί, νοσοκόμοι, μεταφορείς κ.λπ.) ήταν όλοι επίνοσοι, με συνέπεια ο υπ’ αριθμόν ένας κίνδυνος να είναι η μόλυνση και η μετάδοση νόσου, όπως διφθερίτιδα, πολιομυελίτιδα και άλλα. Ομως, παρ’ όλους τους κινδύνους, τις πρωτόγονες συνθήκες και τις κάθε είδους ελλείψεις, υπήρχε η αφοσίωση του γιατρού και του υγειονομικού προσωπικού προς τον άρρωστο, αυτό θα μου επιτρέψετε να το τονίζω, και η εκτίμηση ακόμη και η αγάπη του αρρώστου προς τον γιατρό.

Σήμερα, στους κήνσορες με τον πλεοναστικό εγωισμό και τη φρούδα αυτοπεποίθηση γιατρούς, παρ’ όλες τις ευκολίες σε όλους τους τομείς γύρω από την υγεία, ελλοχεύουν άλλου είδους κίνδυνοι: τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η συκοφαντική κατηγορία. Δεν αναφέρομαι καν στα επικατάρατα φακελάκια. (…)

Σήμερα, χάριν της τηλεόρασης, οι ασθενείς δεν πρέπει, δεν επιτρέπεται μάλλον να πεθαίνουν. Υπεύθυνοι για κάθε θάνατο είναι αποκλειστικά και μόνον οι γιατροί. Αποτέλεσμα; Ικανός αριθμός γιατρών, λόγω φόβου, ασκεί αντιεπιστημονική και συχνά παράλογη αμυντική ιατρική».

Η αναφορά στον Δημήτρη Ζουμπουλάκη δεν είναι για να σχολιάσουμε τη δυναμική της αφήγησης ή την πολυπρισματικότητα της προσέγγισης των συμβάντων του βίου του. Αλλά για να κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα «συναντώντας» την οπτική μιας άλλης εποχής. Καθόλου μακρινής ή παρωχημένης. Απλώς διαφορετικής. Με τις δυσκολίες να μην ευτελίζουν τις ζωές των ανθρώπων, τις αρχικές στερήσεις να μην καταλήγουν σε ξέφρενη κατανάλωση, το χρήμα να έρχεται ως ανταμοιβή μιας σκληρής και κοπιώδους καθημερινότητας, τη γενναιοδωρία να μην αντιμάχεται την αυστηρότητα της αξιολόγησης.

Υπάρχει μια φράση του Αγγελου Δεληβορριά (από συνέντευξή του στην «Κ» στις 24/01/2010), για το σπίτι – πινακοθήκη Χατζηκυριάκου Γκίκα, στην οδό Κριεζώτου.

«Θα επισκέπτεται κανείς αυτό το μουσείο όχι για να εκτιμήσει τη ζωγραφική του, αλλά για να συνειδητοποιήσει το επίπεδο της ποιότητας που χαρακτήριζε κάποιες άλλες εποχές, κάποιες άλλες τάξεις. Γιατί, ξέρετε τι κινδυνεύουμε να πάθουμε; Να νομίζουμε ότι τα σπίτια τα καλά είναι του “νέου χρήματος”, των βορείων προαστίων. Εκεί, δεν θα είναι έτσι. Θα είναι το άλλο, το εξαιρετικό». Με τον ίδιο τρόπο «επισκεπτόμαστε» ζωές ανθρώπων, όπως του Δ. Ζουμπουλάκη. Για να μη χάνουμε το μέτρο του «άλλου».