ΑΠΟΨΕΙΣ

Μάθημα Θρησκευτικών

Στον απόηχο μιας πολύ στενάχωρης συνέντευξης του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ (στενάχωρη όχι τόσο για τη χρήση των αγγλικών όσο για το καθαυτό περιεχόμενο των λόγων του κ. Τσίπρα: αοριστολογία, προχειρότητα, το «νέο» ως ένα τεράστιο «παλιό» – αυτή τη φορά σε ένα παγκόσμιο κοινό που ζει σε άλλες σφαίρες από τις δικές μας), έληξε το «σίριαλ» που ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα με την κυβέρνηση και την Εκκλησία. Θυμίζουμε πως, όταν η αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας Σία Αναγνωστοπούλου ανακοίνωσε ότι απλοποιούνται οι διαδικασίες απαλλαγής των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών, προέκυψαν οι αναμενόμενες αντιδράσεις, τόσο από την επίσημη Εκκλησία όσο και από θεολόγους. Χθες, η κ. Αναγνωστοπούλου επανήλθε με τη συνηθισμένη «διόρθωση», ότι οι δηλώσεις της παρερμηνεύθηκαν.

Δεν ξέρουμε αν υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία (όλοι κατάλαβαν λάθος πλην της κ. υπουργού;), καταντάει κουραστικό όμως, όχι μόνον τώρα, με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά από παλιά, το φαινόμενο ένας υπουργός να προβαίνει σε δηλώσεις (να του «ξεφεύγουν» κατά το κοινώς λεγόμενο), κόσμος και φορείς να ξεσηκώνονται και ο δηλών να ανασκευάζει, άτσαλα και αμήχανα συνήθως – και σίγουρα όχι πειστικά.

Πόσο μάλλον όταν η κ. Αναγνωστοπούλου δεν είχε άδικο στην αρχική της τοποθέτηση ότι δεν είναι δυνατόν να οφείλει να δηλώνει ο μαθητής σε δημόσιο έγγραφο το θρήσκευμά του, ώστε να εξασφαλίσει την απαλλαγή. Πράγματι, εν έτει 2015, σε μια χώρα που υποτίθεται ότι ανήκει (ακόμα) στον ανεπτυγμένο κόσμο, τέτοιες πρακτικές και διαδικασίες είναι απαράδεκτες.

Αντιδρώντας στις δηλώσεις Αναγνωστοπούλου, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ισχυρίστηκε αρχικά ότι τέτοιου τύπου αλλαγές απαιτούν ριζικό ξανακοίταγμα του ίδιου του Συντάγματος και στη συνέχεια έδωσε ο ίδιος τέλος στην όλη διένεξη, προφανώς διότι έλαβε την εξασφάλιση πως τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.

Επόμενο ήταν αφού ο τρόπος με τον οποίο κινείται ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση είναι, ως συνήθως, πρόχειρος. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ σκόπευε στα σοβαρά να προβεί σε μια ουσιαστική αλλαγή θα έπρεπε να κινηθεί θεσμικά, μεθοδικά, και όχι τα στελέχη του να πετάνε στον αέρα τις μύχιες επιθυμίες και ιδεοληψίες τους και μάλιστα σε κομματικά ραδιόφωνα. Αλλά ακόμη κι αν ακολουθούσε μια τέτοια οδό και πάλι θα είχε μπροστά του το φάσμα του πολιτικού κόστους. Θα το τολμούσε; Μάλλον όχι. Γι’ αυτό εξάλλου έχει τηρήσει σιγήν ιχθύος ο ΣΥΡΙΖΑ ως προς το θέμα του διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας, σε αντίθεση με το τι διατυμπάνιζε προτού γίνει κυβέρνηση. Δεν αρκεί όμως να δίνεις πολιτικό και όχι θρησκευτικό όρκο για να λες ότι είσαι «το νέο». Τίποτα όμως δεν είναι τυχαίο: η «παλιακή» εμφάνιση του πρωθυπουργού στο Ιδρυμα Κλίντον, δίχως ίχνος σοβαρής προετοιμασίας, δίνει τον τόνο από τα πάνω προς τα κάτω.

Σε κάθε περίπτωση, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι μια μπλεγμένη υπόθεση. Οπως και η ίδια η θρησκεία, η οποία συνιστά για τον καθένα από εμάς, ειδικά σε αυτή τη χώρα, βαθύτατη ψυχική, πολιτισμική εγγραφή, ακόμη κι αν δεν εκκλησιαζόμαστε και δηλώνουμε άθεοι. Είναι πολλά τα βαρίδια με τα οποία μας δένει η εκκλησιαστική παράδοση στην Ελλάδα, θρησκευόμενους και άθρησκους. Οπως επίσης είναι μια πολύ πλούσια παράδοση υψηλού πολιτισμού. Οπως βέβαια και κάθε θρησκεία είναι μια πλούσια πολιτισμική παράδοση. Αλλά στην Ελλάδα του 2015 μιλάμε ακόμη για «μάθημα Θρησκευτικών», μερικά κλικ πριν από το κατηχητικό δηλαδή, και όχι για μάθημα Θρησκειολογίας, από τους πιο ερεθιστικούς, συναρπαστικούς τομείς, που εξηγεί πάρα πολλά για τις κουλτούρες και τους πολιτισμούς που συνυπάρχουν διαχρονικά, άλλοτε βίαια άλλοτε αρμονικά, πάνω σε αυτό τον πλανήτη.