ΑΠΟΨΕΙΣ

Το αόρατο «Αττικόν», ο ξεχασμένος «Απόλλων»

Μου συνέβη δύο φορές. Τη δεύτερη το προκάλεσα συνειδητά. Ζήτησα από το ταξί να με αφήσει στη Σταδίου, στο ύψος του «Αττικόν». Και οι δύο οδηγοί γύρισαν και με κοίταξαν ζητώντας διευκρινίσεις. Σαν να μην είχαν ακούσει εκείνοι καλά ή σαν να παρατόνιζα εγώ τη λέξη. Τον κινηματογράφο, συμπλήρωσα, κάνοντας τα πράγματα μάλλον χειρότερα. Μου αντιπρότειναν, και οι δύο, άλλες αίθουσες –που αρχίζουν από Α– σαν να είχα μπερδέψει ονόματα, επινοώντας κάτι που δεν υπήρχε.

Τρία χρόνια –τέσσερα τον ερχόμενο Φεβρουάριο– πέρασαν από τη φωτιά που έκαψε ολοσχερώς το ιστορικό κτίριο, αφήνοντας ανέπαφες τις δύο αίθουσες χωρίς δυνατότητα, όμως, προσπέλασης σε αυτές. Μια εποχή καθόλου μακρινή, που η Αθήνα δεχόταν αλλεπάλληλες επιθέσεις με καταστροφική μανία την οποία βαφτίζαμε οργή. Η ζωή, κουτσά-στραβά, επανήλθε, το πένθος υποχώρησε διαγράφοντας από τον ορίζοντα το «Αττικόν» και τον «Απόλλωνα» όχι μόνο ως μνήμη που προκαλεί δυσφορία, αλλά και, ρεαλιστικά, ως κάτι που δεν είναι ορατό.

Τον πρώτο καιρό, όταν η μυρωδιά από τις στάχτες ήταν ακόμη αισθητή, ο θρήνος για την απώλεια υπερχείλιζε μαζί με τις υποσχέσεις από την πολιτεία και τον Δήμο Αθηναίων για τη βοήθεια αποκατάστασης. Πριν από λίγους μήνες ο Νίκος Βατόπουλος επανήλθε (4/6), ανακοινώνοντας ότι η επαναλειτουργία τους είναι εφικτή ώς το τέλος του χρόνου. «Η αισιόδοξη αυτή προοπτική βασίζεται στην πρωτοβουλία του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών – Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία και στη συνεργασία του με τον δήμαρχο Αθηναίων», έγραφε. Βασική αιτία της διατήρησης αυτής της μείζονος εκκρεμότητας στο κέντρο της Αθήνας είναι –τι άλλο;– και μία αντιδικία: «Η μακρά αντιδικία ανάμεσα, αφενός στο Ιδρυμα Σταματίου Δεκόζη-Βούρου, που είναι ιδιοκτήτης των κινηματογράφων και του καμένου κτιριακού συγκροτήματος, και αφετέρου στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ιδρυμα Βούρου-Ευταξία». Και παρά το γεγονός ότι άνθρωποι του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών (ο πρόεδρός του και το μέλος του Δ.Σ., Αντώνης Βογιατζής και Στράτης Στρατήγης, ο συνεργάτης του Μουσείου Ελευθέριος Σκιαδάς), όπως και ο δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης, είναι αποφασισμένοι να δοθεί λύση, η λύση παραμένει άφαντη όσο αόρατος είναι και ο κινηματογράφος για τους δύο οδηγούς ταξί.

Η Αθήνα, όχι μόνο στο κέντρο της, φτωχαίνει, ασχημαίνει και βρωμάει. Η εικόνα δεν αναιρείται ούτε από τα –όλο και λιγότερα– καταστήματα ούτε από τα μπαρ, τα καφέ, τα εστιατόρια. Οταν νυχτώνει δε, η ερήμωση απλώνεται σε όλες τις βασικές αρτηρίες της (πάνω και κάτω –αυτό δεν συζητείται– από την Ομόνοια) μέχρι το Κολωνάκι. Σαν να παγώνουν τα μέλη της πόλης, να αποχρωματίζονται από ζωή και κίνηση. Νέκρα και βιαστικά σουρσίματα. Δεν είναι μόνο οι ημερομηνίες που άλλαξαν τη σχέση μας με το κέντρο, το 2008, το 2010, το 2012· δεν είναι μόνο η κρίση που αποσυνέδεσε, όπως η ατροφία, το σώμα της Αθήνας. Είναι και τα δυο, μαζί με τις αντιδικίες (προαναφέραμε μία), την εγκατάλειψη, το μεταναστευτικό που οξύνθηκε στα χρόνια, τη δυσφορία που γεννά ένα αίσθημα ασφυξίας με ένα κέντρο πόλης συχνά-πυκνά «κλειστό» από πορείες και διαδηλώσεις.

Δεν θέλει καλλιεργημένη φαντασία για να αντιληφθεί κανείς πόσο θα βοηθούσε η επαναλειτουργία των «Αττικόν» και «Απόλλωνα». Οι ουρές των θεατών, οι εκδηλώσεις, οι πρεμιέρες, το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, μια ρέουσα καθημερινότητα, με φώτα, κόσμο, κίνηση. Η μερική, έστω, αποκατάσταση μιας συνέχειας στο κέντρο της πόλης, το αίσθημα ότι κυκλοφορούν άνθρωποι, ιδέες, επιθυμίες, διαθέσεις, ήχοι που δηλώνουν λειτουργία και προοπτική. Η κανονικότητα δεν αποκαθίσταται ούτε με ΜΚΟ ούτε με αλληλεγγύη. Ο δημόσιος χώρος χρειάζεται την υποστήριξη επίσημων φορέων του κράτους. Η βούληση είναι κάτι πολύ πρακτικό.