ΑΠΟΨΕΙΣ

Νίκη του καθαρού λόγου

Εχει ενδιαφέρον η δήλωση του κ. Πάνου Καμμένου ότι αποκλειστικά αυτός και το κόμμα του εκπροσωπούν τον γνήσιο, τον ατόφιο καραμανλισμό. Για μία ακόμη φορά φαίνεται σε ποιο βαθμό οι αυτόκλητοι «καραμανλικοί» έχουν ελάχιστη σχέση με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και την πολιτική φιλοσοφία του, με το ύφος, το ήθος και τη γενικότερη αύρα που απέπνεε ως προσωπικότητα. Αν μη τι άλλο, η αγοραία πληθωρικότητα καμία σχέση δεν έχει με τον δωρικό, μετρημένο, λιγομίλητο Κωνσταντίνο Καραμανλή, αλλά αυτά τα πράγματα είναι πλέον ψιλά γράμματα και ουδείς τους δίνει σημασία σήμερα.

Και όμως, αν σταθούμε σε μία βασική πτυχή της πολιτικής στάσης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, δηλαδή στο μόνιμα στραμμένο βλέμμα του προς τη Δύση και την Ευρώπη, θα δούμε για πόσο μεγάλη διαφορά μιλάμε από τους λεγόμενους «συνεχιστές». Ο αγώνας του ώστε η χώρα μας να γίνει κράτος-μέλος της τότε ΕΟΚ έχει περάσει πλέον στην Ιστορία. Εννοείται πως οι πολιτικές συνθήκες και συγκυρίες στην Ευρώπη είναι πολύ διαφορετικές από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, έχω όμως την αίσθηση πως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν θα παζάρευε έτσι αβασάνιστα και ερασιτεχνικά τη θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κοινότητα, πολύ περισσότερο δεν θα μιλούσε υβριστικά και απαξιωτικά για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ωσάν ποντίκι που βρυχάται.

Βεβαίως, προσκολλημένος σε μια κρατιστική οικονομική πολιτική, που ήταν και η επικρατούσα στη χώρα μας σκέψη για μια μεγάλη περίοδο, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πράγματι απείχε από τις φιλελεύθερες τάσεις (η παραδοσιακή ελληνική δεξιά ελάχιστη σχέση είχε –και συνεχίζει να έχει– με τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό). Από την άλλη, είχε την ευελιξία να ελίσσεται «διαβάζοντας» τις αλλαγές στις εποχές και προσαρμοζόμενος στο νέο. Μέσα από αυτό το πρίσμα, διέθετε, με τον δικό του τρόπο, τον πραγματισμό που διακρίνει έναν φιλελεύθερο πολιτικό.

Σε κάθε περίπτωση, από χθες διαβάζουμε ότι με τη νίκη του ο κ. Μητσοτάκης απάλλαξε τη Νέα Δημοκρατία από τα βαρίδια των «καραμανλικών». Δεν ξέρω αν αυτό είναι κάτι οριστικό, και οπωσδήποτε ελάχιστα ενδιαφέρουν αυτές οι εσωκομματικές ίντριγκες τον καταταλαιπωρημένο Ελληνα πολίτη του 2016. Δεν ξέρω επίσης αν οι 320.000 που ψήφισαν προχθές δείχνουν μια «στροφή της ελληνικής κοινωνίας» και άλλα τέτοια ηχηρά. Νομίζω πως το δείγμα είναι πολύ μικρό για μια τέτοια γενίκευση, το βέβαιο είναι όμως πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε ένα πολύ σημαντικό στοίχημα, που του δίνει το δικαίωμα και το πλεονέκτημα να αποκτήσει μια γερή, στέρεη αφετηρία για το μέλλον, αρκεί να μην κομπιάσει. Αρκεί να ζυγίσει προσεκτικά τους συμβιβασμούς που θα πρέπει, αναπόφευκτα, να κάνει, σε πρώτη φάση εντός του κουρασμένου, γηρασμένου κόμματος του οποίου πλέον ηγείται. Αρκεί να φανεί ουσιαστικά τολμηρός στη συνέχεια. Πρέπει να το κάνει, διότι έχει κόσμο πίσω του αυτήν τη στιγμή.

Το ότι νίκησε προφανώς και δεν έχει μία και μόνον εξήγηση· πιθανολογώ όμως πως σημαντικό ρόλο έπαιξε η σύνδεση του κ. Μεϊμαράκη με τους «καραμανλικούς» και κατ’ επέκταση με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση. Επίσης, ο καθαρός λόγος του κ. Μητσοτάκη (π.χ. μίλησε ανοιχτά υπέρ του συμφώνου συμβίωσης), το «κεντρώο» του προφίλ (που συνιστά και οικογενειακή κληρονομιά), το οποίο συσπείρωσε πολύ κόσμο, μη νεοδημοκράτες, από το φιλελεύθερο κέντρο. Το να κρατήσει και να διευρύνει αυτό τον κόσμο, κάτι τέτοιο λογικά θα πρέπει να είναι μέσα στις προτεραιότητες του νέου ηγέτη της Ν.Δ.

Εδώ θα είμαστε να κρίνουμε· επί του παρόντος, το μόνο βέβαιο είναι ότι προχθές την Κυριακή, έπειτα από πολύ καιρό στη χώρα μας, ο αγοραίος, θολός πολιτικός λόγος, ο λαϊκισμός, δέχθηκαν ένα δυνατό ράπισμα.