ΑΠΟΨΕΙΣ

Πετρωμένοι δεσμοί

Οταν ακούμε τους πολύπειρους πολιτικούς να ορκίζονται ότι σέβονται απεριόριστα την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ξέρουμε πια τι ακριβώς εννοούν. Μας το έχουν μάθει τα χρόνια: οι βολικές γι’ αυτούς αποφάσεις της είναι «προϊόν αδέσμευτου πνεύματος», τι άλλο, ενώ οι μη συμφερτικές απορρέουν από μια Δικαιοσύνη «χειραγωγημένη και ποδηγετημένη», φως φανάρι. Κι όταν τους ακούμε να συμπληρώνουν ότι επίσης απεριόριστα σέβονται και τις ανεξάρτητες Αρχές, καταλαβαίνουμε τον πόνο τους και τον καημό τους. Κατανοούμε δηλαδή πόσο στενά είναι τα όριά τους, επιβεβλημένα από υπολογισμούς και ιδιοτέλεια.

Για να μην ισοπεδώνουμε τα πράγματα, οφείλουμε να πούμε ότι άλλοι εκδηλώνουν απροσχημάτιστα ή και βάναυσα τον «σεβασμό» τους κι άλλοι με τακτ. Ορισμένοι έχουν καλές προθέσεις, αλλά ο δι’ αυτών δρόμος προς την Κόλαση αποδεικνύεται ηδονικός, όπως πάντα. Κι εκείνοι που πράγματι θέλουν να κόψουν έναν έστω από τους πολλούς γόρδιους δεσμούς της διαπλοκής, ανακαλύπτουν με λύπη τους ότι το σπαθί τους δεν είναι τόσο γερό και καλοτροχισμένο όσο υπέθεταν κι όσο χρειάζεται για να κοπεί όχι σκοινί πια αλλά βράχος. Ο ισχυρότερος από αυτούς τους δεσμούς δένει την πολιτική εξουσία με την τέταρτη, τη μιντιοκρατική. Και ξέρουμε δα ποιος είχε το πάνω χέρι σ’ αυτό το ζευγάρι, άρα και ποιος επιθυμεί σφόδρα να μείνουν τα πράγματα ασάλευτα, δίχως αναθεωρήσεις και πειραματισμούς. Μας το δείχνουν και όσα συμβαίνουν περί το ΕΣΡ τους τελευταίους μήνες, με τις σκόπιμες καθυστερήσεις και τις κουτοπόνηρες προφάσεις.

Το σόι ημών των δημοσιογράφων θα έπρεπε όχι απλώς να ενδιαφέρεται για τη μοίρα του ΕΣΡ, αλλά και να αξιοποιήσει την περίσταση για να προχωρήσει σε μια στοιχειωδώς τίμια αυτοαξιολόγηση. Ολόκληρο το σόι, όχι μόνο οι τηλεοπτικοί. Να ξαναδούμε, ο καθένας μόνος του αλλά και από κοινού, πόσο ανταποκρίνεται η δουλειά μας στον γραπτό και κυρίως στον άγραφο κώδικα δεοντολογίας. Να αναρωτηθούμε αν έχει ερείσματα η πεποίθησή μας ότι ασκούμε λειτούργημα και όχι ένα στυγνό επάγγελμα, ή πρόκειται απλώς για μια κατασκευή προς αυτοπαραμυθία αλλά και προς παραμύθιασμα των άλλων. Να ξαναπούμε δυνατά μπροστά στον καθρέφτη μας, μήπως και ακούσουμε διπλασιασμένη τη φωνή μας, ότι ο ρόλος μας δεν είναι του γραμμιτζή, του προπαγανδιστή κομματικών δογμάτων ή εργοδοτικών απόψεων, του διακινητή φημών δίχως καμία προσπάθεια εξακρίβωσης της αλήθειας τους, του υποτακτικού που σπεύδει να συμφιλιωθεί με τη φαλκίδευση της ελευθερίας του.

Χρόνια τώρα, η δημοσιογραφία συγκαταλέγεται στους «θεσμούς» με τη μικρότερη αξιοπιστία, το δε επαγγελματικό μας όνομα ακούγεται με την ίδια πάντοτε ζέση σε καταφρονητικά συνθήματα διαδηλωτών. Οι λόγοι είναι περισσότεροι και σοβαρότεροι απ’ όσους μας επιτρέπουν να δούμε η συντεχνιακή νεύρωση ή ο καριερίστικος εγωισμός μας. Αν δεν αρχίσουμε να τους συζητούμε τουλάχιστον, το παιχνίδι θα χαθεί οριστικά.