ΑΠΟΨΕΙΣ

Η γέφυρα

Πέμπτη μεσημέρι, καθ’ οδόν προς Πάτρα, και στα διόδια της Ελευσίνας με προειδοποιούν: «Ο Ισθμός είναι κλειστός, θα πρέπει υποχρεωτικά να πάτε μέσω Αγίων Θεοδώρων». Ο δρόμος είναι άδειος κι ένας χειμωνιάτικος ήλιος λούζει τα πάντα. Στο βάθος, αριστερά, τα φορτηγά και τα πετρελαιάδικα ακίνητα στα ανοιχτά του αρυτίδωτου, αστραφτερά μπλε Κορινθιακού, τα χαζεύω με το παράθυρο ανοιχτό – Ιανουάριος μήνας και καθετί γύρω σου να σου θυμίζει την ομορφιά ενός σπάνιου τόπου. Το φυσικό τοπίο, την αύρα, τον ανοιχτό ουρανό, διότι κατά τα άλλα, σύντομα παίρνεις μιαν άλλη γεύση αυτού του τόπου: οι κώνοι της τροχαίας σε κατευθύνουν να πάρεις την παράκαμψη δεξιά για να αποφύγουμε το αγροτικό μπλόκο.

Ωστόσο, επειδή δεν έχει κίνηση, η παλαιά εθνική οδός κυλάει άνετα· κάποια στιγμή βλέπω από απόσταση τα μεγάλα αγροτικά οχήματα στη νέα εθνική οδό, τους αγρότες συνοφρυωμένους να κουβεντιάζουν ήρεμα (την επομένη, στη Θεσσαλονίκη, θα γινόταν κόλαση έξω από την έκθεση Agrotica). Σύντομα ξαναμπαίνω στην Αθηνών-Πατρών, σε αυτά τα επαναλαμβανόμενα σλάλομ εξαιτίας των ατελείωτων έργων με τις προειδοποιητικές πινακίδες: «Προσοχή. Θανατηφόρα ατυχήματα στα επόμενα δύο χιλιόμετρα».

Φτάνω κάποτε στην Πάτρα· στον πεζόδρομο της Ρήγα Φεραίου τα πάντα σφύζουν από ζωή. «Μόνον εκεί όμως και σε κάνα δυο τρία σημεία ακόμα», μου εξηγούν φίλοι Πατρινοί, άνθρωποι που αγαπούν το διάβασμα, το σινεμά, τη μουσική, που στήνουν με μεγάλο μεράκι και αγάπη βραδιές αφιερωμένες σε όλα όσα τους συναρπάζουν. Πλην όμως, είναι λες και όλα συμβαίνουν σε ένα παράλληλο σύμπαν. Οχι πολύ διαφορετικά από την Αθήνα, είναι η αλήθεια, απλώς θα περίμενε κάποιος σε μια φοιτητούπολη όπως η Πάτρα να κινείται κάτι: καθηγητές, σχολείων και του εκεί πανεπιστημίου, με ή χωρίς τους φοιτητές/μαθητές, να δίνουν το «παρών» σε τέτοια (δωρεάν) δρώμενα και όχι να λάμπουν διά της απουσίας τους.

Στη Ναύπακτο, την επομένη, δύο διαφορετικοί άνθρωποι μου λένε με έμφαση για το πόσο έχει μαραζώσει η ιστορική, και πολύ όμορφη, αυτή πόλη. «Πριν από λίγα μόλις χρόνια κυκλοφορούσε κόσμος τα βράδια, τις καθημερινές, ακόμα και τον χειμώνα. Τώρα πια μόνο Παρασκευή και Σάββατο, κυρίως το Σάββατο. Εχουν όλοι κλειστεί μέσα. Δεν έχουν τελειώσει μόνον τα χρήματα αλλά και το κέφι». Οντως, την Παρασκευή το βράδυ, η Ναύπακτος είναι σαν πόλη-φάντασμα. Μαθαίνω ότι έως πέρσι τον Ιούνιο οι περισσότεροι στην πόλη είχαν πιστέψει πως το δίδυμο Τσίπρα-Βαρουφάκη θα φέρει την ανατροπή και, αρχή του θέρους καθώς ήταν, είχαν ξεμυτίσει. Κάποιοι, μου λένε, είχαν πάψει να πληρώνουν τις βασικές τους υποχρεώσεις – μάλλον νόμιζαν ότι σύντομα θα μηδενίζονταν όλα. «Ε, έγινε το δημοψήφισμα και μπήκαν τα capital controls και τον Ιούλιο νέκρωσε η αγορά», προσθέτουν.

Εχει μια ειρωνεία να βρίσκεσαι στη Ναύπακτο, να την αισθάνεσαι έρημη, μαραζωμένη και να χαζεύεις στο βάθος τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου: σαν φουτουριστικό έργο τέχνης, ξεχωρίζει μέσα από την αχλύ, με τη χαρακτηριστική καμάρα που σχηματίζει, σύμβολο μιας Ελλάδας απατηλής ευημερίας αλλά και πολύ πραγματικής ελπίδας. Την επομένη, επιστρέφοντας, ελάχιστα αυτοκίνητα βλέπω να τη διασχίζουν. «Εχουν πάρει τα πάνω τους τα φέρι, οργανώθηκαν, έριξαν και το εισιτήριο, λίγοι πάνε από τη γέφυρα πια», μου λένε στη Ναύπακτο.

Πληρώνω τα δεκατρία ευρώ διόδια, μπαίνω ξανά στη γέφυρα. Το αυτοκίνητο ανηφορίζει ελαφρώς στην αρχή και μετά, πολύ σύντομα, κατηφορίζει πάλι κάτω από έναν εκτυφλωτικό, για μια ακόμη φορά, ήλιο. Δεξιά και αριστερά, η θάλασσα, το «Αυλάκι», κι εγώ, αγχωμένος αν θα περάσω το ίδιο ήρεμα και πάλι το μπλόκο του Ισθμού…