ΑΠΟΨΕΙΣ

Τάι μπρέικ στην Κροατία

Η ωραιότερη στιγμή στους αγώνες βόλεϊ είναι το πέμπτο σετ, που κρίνει τον νικητή. Το τάι μπρέικ όπως το λέμε και στα μέρη μας, από τον καιρό ακόμα που η αγγλομάθεια ήταν περιορισμένη. Στην κορύφωση της αγωνίας τους οι προπονητές λύνουν τον κόμπο της γραβάτας τους και οι πιο αγχωμένοι τη βγάζουν καλού κακού, μην τη φάνε πάνω στην έξαψη. Τι δηλοί ο μύθος; Πως η επισημότητα (μια και δογματίζουμε ότι επισημότης = γραβατοφορία) μπορεί να αποβεί ασφυκτική. Οταν τα συναισθήματά σου φτάνουν σε σημείο βρασμού είναι πολύ πιθανό να σε βαραίνει και να σε σκάει η γραβάτα, το κοστούμι, η σοβαρότητα: ο ρόλος. Και τ’ αφήνεις στην άκρη, για «να γίνεις ο εαυτός σου». Ή τα πετάς, όπως ο κ. Γιάννης Ιωαννίδης σαν προπονητής του μπάσκετ. Που έγινε βουλευτής κι ύστερα υφυπουργός Αθλητισμού όχι επειδή φορούσε κοστούμι και γραβάτα, αλλά επειδή πετούσε μια στο τόσο το σακάκι του, δηλώνοντας έτσι τον τσαμπουκά του. Για τον οποίο τον επιβράβευσαν ψηφοφόροι και κομματικοί αρχηγοί.

Το δόγμα «γραβάτα = σοβαρότητα + κύρος + κοινωνική επιφάνεια» είναι τόσο κοντά στην αλήθεια όσο το αντίθετό του (αλλά πνευματικά αυτάδελφο) «μη γραβάτα = ανταρσία + λαϊκότητα + αντισυμβατικότητα». Μια χαρά σοβαρός μπορείς να είσαι και δίχως γραβάτα, μια χαρά κομφορμιστής είσαι και αγραβάτωτος. Ας δούμε κάτι άλλο ενδυματολογικό. Κάμποσα χρόνια πριν, τα παιδιά άρχισαν να σκίζουν τα τζιν παντελόνια τους για να δείξουν ότι αδιαφορούν για πολυτέλειες, καθωσπρεπισμούς κτλ. Κι έπειτα ήρθε η αγορά. Η βιομηχανία. Που άρχισε να κατασκευάζει παντελόνια σκισμένα και ξεβαμμένα. Η αυθόρμητη αντίδραση στη μόδα και την εκζήτηση έγινε μόδα και εκζήτηση. Και τώρα βλέπουμε φτωχούς του επιπέδου Μπέκαμ και Κριστιάνο Ρονάλντο να εμφανίζονται σε επίσημες εκδηλώσεις με το σπέσιαλ σκισμένο παντελόνι τους.

Ο ονοματοδοτικός μας οίστρος βιάστηκε να βαφτίσει «κίνημα της γραβάτας» τις διαδηλώσεις γιατρών, δικηγόρων και μηχανικών, κατ’ απομίμηση της «επανάστασης του γιασεμιού» και των υπόλοιπων ευφυολογικώς τιτλοδοτημένων (εξαιρουμένης, εικάζω, της απόμακρης πορτογαλικής «επανάστασης των γαριφάλων»). Οι ονοματοδότες, που από πέρυσι τέτοιον καιρό, με την αλλαγή κυβέρνησης, άρχισαν να μυκτηρίζουν τους αγραβάτωτους κατσαπλιάδες, θέλουν να δείξουν, μέσα από την υπερερμηνεία της γραβάτας, ότι το «σοβαρό κομμάτι» της κοινωνίας εναντιώνεται στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς για το ασφαλιστικό. Μόνο που έτσι μένουν απέξω –σαν ασόβαροι– οι αγρότες, που η δουλειά τους δεν αντέχει τη «λαιμαριά».

Δεν έχουν λείψει στην Ελλάδα οι κοινωνικές διαφορές και τα ευανάγνωστα σημάδια τους ώστε να χρειάζεται να επινοήσουμε νέες ή να αποδώσουμε σε εξαρτήματα της καθημερινότητας υπέρμετρη συμβολική αξία. Ας ευχαριστήσουμε λοιπόν τους Κροάτες για τη λαιμοδετική συμβολή τους στις ενδυματολογικές αναζητήσεις της ανθρωπότητας κι ας δοκιμάσουμε να πάμε λίγο πιο κάτω από την επιδερμίδα.