ΑΠΟΨΕΙΣ

Η εφήμερη νίκη των Αγιάννηδων

Η​​ είδηση του άστεγου στη Γένοβα που αθωώθηκε επειδή από πείνα οδηγήθηκε σε κλοπή, έκανε τον γύρο του κόσμου, σε όλες τις περιπτώσεις με σαφείς αναφορές στους «Αθλίους» του Ουγκώ και στη «δικαίωση του Γιάννη Αγιάννη», του ξελιγωμένου από την πείνα άνεργου κλαδευτή, που έσπασε μια Κυριακή βράδυ του 1795 τη βιτρίνα του φούρναρη στη Φαβερόλ κι έκλεψε μια φραντζόλα ψωμί για τον ίδιο, τη χήρα αδελφή του και τα επτά ανήλικα παιδιά της και βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει με την αλυσίδα στα πόδια για χρόνια στα κάτεργα. Ωστόσο η ετυμηγορία αυτή δεν ήταν μια απόφαση εύκολη στην Ευρώπη του 2016. Το δικαστήριο της Γένοβας καταδίκασε τον πρωταγωνιστή της ιστορίας μας, τον άστεγο Ουκρανό Ρομάν Οστριάκοφ, σε έξι μήνες φυλάκιση και χρηματικό πρόστιμο 100 ευρώ για το λουκάνικο και το λίγο τυρί, αξίας 4 ευρώ και 7 λεπτών, που έκλεψε (η αθώωση ήρθε αργότερα από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε, που έκρινε ότι το δικαίωμα στην επιβίωση υπερισχύει εκείνου της ιδιοκτησίας). Αλλά και ελληνικό δικαστήριο καταδίκασε σε τέσσερις μήνες φυλάκιση άνεργη μητέρα, η οποία ζητιάνευε έξω από σούπερ μάρκετ με το παιδί στην αγκαλιά και κάποια στιγμή μπήκε μέσα, έκρυψε κάτω από το μπουφάν της τρόφιμα και… συνελήφθη… Διακόσια είκοσι ένα χρόνια μετά που ο Γιάννης Αγιάννης έγινε ο κατάδικος 24601 με την κόκκινη καζάκα, κοινωνία και Αρχές δεν έχουν ακόμη αποφασίσει ποιος διαπράττει το αδίκημα, ο πεινασμένος ή το κράτος. Υπέρ της ενοχής του πεινασμένου πάντως συντάσσονται ουκ ολίγοι. Οπως έγραφε με αφορμή τη δικαστική απόφαση η Corriere Della Sera: «Κάθε μέρα που περνά 615 Ιταλοί προστίθενται στον κατάλογο εκείνων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, είναι αδιανόητο ο νόμος να αγνοεί αυτή την πραγματικότητα!». «Δεν γλιτώνεις από τη φτώχεια με την κλεψιά. Κι ούτε κλέβοντας εκδικείσαι τη σκληρή κι αδιάφορη κοινωνία. Η πόρτα που σε μπάζει στην ατιμία είναι πολύ ακατάλληλη για να σε βγάλει από τη φτώχεια. Εφταιξε, ναι, το καταλάβαινε», σκεφτόταν στο κάτεργο ο Γιάννης Αγιάννης. Και συνεχίζει ο Ουγκώ. «Μα κι άλλες σκέψεις γεννιούνταν μέσα του. Τάχα η τιμωρία δεν ήταν αυστηρή; Επρεπε λοιπόν να τον εκδικηθεί ο νόμος; Επρεπε, πλάι στο δικό του έγκλημα, να μπει και το έγκλημα αυτού που τον τιμώρησε; Ετσι ο ένοχος δεν γινόταν θύμα; Και το δίκιο του δεν το είχε με το μέρος του ο τιμωρημένος; Η ζημιά που έκανε ήταν ασήμαντη μπρος στη ζημιά που του έκαναν. Η κοινωνική δικαιοσύνη του φάνηκε απαίσια…».

Σάλο είχε προκαλέσει προ ετών στη Βρετανία η προτροπή ιερέα προς τους πεινασμένους, αντί άλλων σοβαρότερων εγκλημάτων, όπως η ληστεία ή η πορνεία, να καταφεύγουν στο «ξάφρισμα» τροφίμων από σούπερ μάρκετ. Μια απλοϊκή πεποίθηση ότι θα μπορούσε να επιχειρηθεί μια στοιχειώδης αναδιανομή των αγαθών εντός υφιστάμενου συστήματος; Απάντηση στο «συλλογικό έγκλημα» με το «ατομικό ατόπημα», στην «κοινωνική αδικία» με την «προσωπική παρασπονδία» και όχι, για παράδειγμα, με το πύκνωμα από το κράτος των δικτύων κοινωνικής προστασίας; Αφού σε αδικούν, κλέψε. Ομως λίγο. Οσο ενδεχομένως θα δικαιολογούσε η αβυσσαλέα φτώχεια σε έναν κόσμο όπου υπάρχει αμύθητος πλούτος και άφθονη τροφή για όλους. Μια λογική που πάλι δεν δίνει ακριβή απάντηση στο διαρκές ερώτημα: Ως πού φτάνει η συγχώρεση και πότε μια πράξη λέγεται έγκλημα;