ΑΠΟΨΕΙΣ

Είχε πλάκα, όχι πια όμως

​Θεσσαλονίκη, 1997. Βρίσκομαι στη λεγόμενη «συμπρωτεύουσα» καλύπτοντας για το περιοδικό «Διαβάζω» τις καταληκτικές διεργασίες της διεθνούς κριτικής επιτροπής του Αριστείου Λογοτεχνίας, ενός ευρωπαϊκού λογοτεχνικού βραβείου που δεν μακροημέρευσε δυστυχώς. (Για την ιστορία, εκείνη τη χρονιά το κέρδισε ο Ιταλός Αντόνιο Ταμπούκι· υποψήφιος για την Ελλάδα ο σημαντικός μας πεζογράφος Αλέξης Πανσέληνος.)

Είμαι παρέα με τον διευθυντή του «Διαβάζω», τον αγαπημένο μου φίλο, πρόωρα χαμένο, Ηρακλή Παπαλέξη. «Το βράδυ», μου λέει, «παρουσιάζει στο “Ολύμπιον” βιβλίο του ο Ζουράρις. Πάμε, θα έχει πλάκα». Ηξερα ότι ο Ηρακλής δεν χώνευε τους λεγόμενους «νεοορθόδοξους», οπότε υποψιάστηκα ότι κυριολεκτούσε με αυτό το «θα έχει πλάκα».

Πήγαμε. Το θέατρο κατάμεστο. Πραγματικά, δύσκολα έβρισκες θέση κενή. Ανάμεσα στο κοινό, πολύς νέος κόσμος, φοιτητές αλλά και πολλοί ιερείς, ρασοφόροι γενικώς. Στο δε πάνελ, θυμάμαι ότι εκτός από τον συγγραφέα βρισκόταν και ο –υπουργός τότε– Ευάγγελος Βενιζέλος. Δεν ξέρω πώς θα αισθάνεται σήμερα γι’ αυτή του τη συμμετοχή, υποθέτω όμως πως δεν θα τη θυμάται – και μακάρι να μη τη θυμάται.

Δεν θυμάμαι ποιο βιβλίο παρουσιάστηκε. Δεν θυμάμαι τα άλλα μέλη του πάνελ. Θυμάμαι μόνον δύο τρία νόστιμα επεισόδια. Το ένα από τον ίδιο τον Κώστα Ζουράρι: όταν ήρθε η ώρα να μιλήσει, είπε πολλά, μεταξύ αυτών και το εκλεκτό «Οι βάρβαροι προτιμούν το ουίσκι· εμείς, το άγιο κρασάκι». Το πνεύμα της βραδιάς αυτό ήταν σε γενικές γραμμές – και με ολίγον ΠΑΟΚ. Κορώνες βαθιάς νεοορθοδοξίας τέλος πάντων. Νομίζω ότι εκεί πρέπει να άκουσα για πρώτη φορά και τον όρο «Ευρωλιγούρηδες».

Κάποια στιγμή, ένας νεαρός από το κοινό εξεμάνη. «Εσείς είστε Βυζαντινολιγούρηδες!», φώναξε προς το πάνελ, κάνοντας μετά λόγο για βασανιστήρια στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης των Βυζαντινών και άλλα πολλά. Προκλήθηκε αναστάτωση. Το κοινό ήταν έξαλλο μαζί του, πολλοί ιερείς άρχισαν να τον βρίζουν και θυμάμαι, κάπου από τις πρώτες σειρές, να επιτιμά τον άγνωστο νεαρό με τον δικό της τρόπο η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, ότι ήταν άστοχα όσα έλεγε για το Βυζάντιο. Ο νεαρός αποχώρησε σε κατάσταση υστερίας, βρίζοντας θεούς και δαίμονες, δεχόμενος την ίδια στιγμή έναν οχετό ύβρεων από κοσμικούς και ιερείς.

Από τη σκηνή, ο κ. Ζουράρις χαμογελούσε με νόημα. Υποθέτω ήταν ένας προσωπικός θρίαμβος γι’ αυτόν. Μάλλον, και να το είχε στήσει το επεισόδιο δεν θα το είχε στήσει τόσο καλά. Στο τέλος, αν θυμάμαι καλά, υπέγραψε και βιβλία.

Πέρασαν είκοσι ολόκληρα χρόνια από εκείνη τη βραδιά. Ισως ο κ. Ζουράρις να μη φανταζόταν τότε ότι έπειτα από τριάντα χρόνια θα κατακτούσε και υπουργικό θώκο, περνώντας αρχικά από το ΚΚΕ και τώρα από τους ΑΝΕΛ. Δεν τον οδήγησαν στην παραίτηση άλλες ακραίες δηλώσεις του, όπως π.χ. το καφενειακό «δεν πειράζει αν μας πάρουν νησιά οι Τούρκοι διότι θα τα πάρουμε ξανά πίσω», αλλά ο ποδοσφαιρικός οπαδισμός.

Το 1997 ο φίλος μου ο Ηρακλής είχε δίκιο: είχε όντως πλάκα. Οχι πια όμως.