ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Λευτέρης Χαρίτος στην «Κ»: Είμαστε συναισθηματικός λαός

«Συγγνώμη, είμαι σε γύρισμα». Κάπως έτσι ξεκινούσαν τα μηνύματα που ανταλλάσσαμε με τον Λευτέρη Χαρίτο μέχρι να κανονίσουμε τη συνάντησή μας. Και ανταλλάξαμε αρκετά. Οχι, δεν είναι ακριβοθώρητος, κάθε άλλο. Τον κυνηγάει όμως ένα «σμάρι» γυρισμάτων για τη δεύτερη σεζόν της τηλεοπτικής σειράς «Αγριες μέλισσες». «Αν μου πάρεις αίμα, θα βγει μέλι», λέει χαμογελώντας και τον κερνάω αντισηπτικό όσο κάθεται στο τραπέζι μας.

Τα λευκά κουρτινάκια στα τζάμια, το πράσινο τηνιακό μάρμαρο, η ξύλινη επένδυση, οι δαντέλες και οι πολυέλαιοι, η ατμόσφαιρα που εκπέμπει το μπιστρό που διαλέξαμε για τη συνάντησή μας έχει κάτι από την παλιά αστική Αθήνα του ’60. Μπορεί να μην είναι το ίδιο, αλλά θα τολμούσα να πω ότι είναι ό,τι πιο κοντινό στην εποχή που αναβιώνουν οι «Αγριες μέλισσες» στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1. Η πρώτη σεζόν της σειράς, που προσείλκυσε μεγάλο μέρος του τηλεοπτικού κοινού τον περυσινό χειμώνα, ολοκληρώθηκε πριν από μερικές εβδομάδες, με το τελευταίο επεισόδιο να ξεπερνάει σε τηλεθέαση το 40%. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένας στους δύο εκείνο το βράδυ έβλεπε τις «Μέλισσες».

«Η επόμενη σεζόν θα είναι πιο συναρπαστική, πιο σκοτεινή», μου λέει ο κ. Χαρίτος και υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί να αποκαλύψει περισσότερα, την ώρα που προσγειώνονται ομαλά στο τραπέζι μας δύο ποτήρια κρασί.

Το δροσερό λευκό που δοκιμάζω κάνει λίγο πιο ανεκτή την απογευματινή ζέστη του κέντρου της Αθήνας, ενώ ο Λευτέρης Χαρίτος μου μιλάει για το σενάριο της Μελίνας Τσαμπάνη, το καστ των θεατρικών ηθοποιών και τη σκηνοθεσία που –εικαστικά, λέει– ξέφευγε από τα καθιερωμένα, τρία πράγματα που θεωρεί «κλειδιά» τής πετυχημένης σειράς. Η θέση της γυναίκας και η διεκδίκηση της πατρογονικής γης, ζητήματα φορτισμένα πολιτικά, είναι οι δύο μεγάλοι θεματικοί άξονες των «Μελισσών». Οι οποίες κέντρισαν όμως και το θυμικό των Ελλήνων. «Είμαστε συναισθηματικός λαός. Πάνω σε μια κρίση, ο κόσμος έχει ανάγκη να επιστρέφει σε παραδοσιακές αξίες, και αυτό το λέω κυριολεκτικά. Δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά της παράδοσης. Ο λαϊκός πολιτισμός της Ελλάδας είναι απίστευτος. Από την άλλη, υπάρχει και ο συναισθηματισμός, αυτό που λένε τι ωραία ήταν παλιά, κάτι που δεν πιστεύω καθόλου».

‘Οσο δοκιμάζει το ροζέ του, βρίσκω ευκαιρία να του πω ότι η πανδημία του κορωνοϊού και η αναγκαστική καραντίνα έστρεψαν πολύ κόσμο στην τηλεόραση και στις πλατφόρμες τύπου Netflix, στις οποίες και ο ίδιος πιστεύει πολύ. Τι μπορεί να κάνει η ελληνική τηλεόραση απέναντί τους; «Να ανασκουμπωθεί και να κάνει τα πράγματα καλά, είναι και οικονομικό το ζήτημα, αλλά οι συνδρομές σε τέτοιες πλατφόρμες αυξήθηκαν σε όλο τον κόσμο. Ακόμα και όσοι παραδοσιακά δεν έβλεπαν τηλεόραση είδαν τώρα ότι τα πράγματα είναι προσεγμένα. Μόνο καλό μπορεί να φέρει αυτό», σημειώνει, «διότι αυξάνει την ποιότητα στο ζητούμενο προϊόν».

Αναρωτιέμαι, σχολιάζω, εάν θα μπορούσε μια ελληνική σειρά να έχει θέση σε μια τέτοια πλατφόρμα. «Νομίζω ναι», απαντάει ο κ. Χαρίτος, «γιατί τα θέματα είναι οικουμενικά. Υπάρχουν πολλές σειρές στο Netflix από μικρές χώρες. Το βασικό είναι να έχουν υψηλό επίπεδο παραγωγής». Ακόμη και τα κινηματογραφικά φεστιβάλ, προσθέτει, έχουν αντιληφθεί τη σημασία του μέσου. Από την άλλη πλευρά όμως, την οικονομική, ο κορωνοϊός χτύπησε την ώρα που μια σειρά, όπως οι «Μέλισσες», έθεταν νέα στάνταρ ποιότητας.

Ο ίδιος πάντως βρήκε τον απαραίτητο χρόνο να ηρεμήσει και να ξαναδεί τις προτεραιότητές του. «Αλλοι ανακάλυψαν ότι έχουν παιδιά ή συζύγους, εγώ ανακάλυψα τον χρόνο. Είχα ξεχάσει τι σημαίνει ζωή. Επειδή η τελευταία μου ταινία έχει σχέση με την κατάδυση και την αναπνοή, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι μετά τον κορωνοϊό δεν θα ξαναμπώ σε αυτό το “δεν αναπνέω”. Και αυτό το “μάζεμα”», συνεχίζει, «μεταφορικό και κυριολεκτικό, είναι σαν να σου λέει: στάσου, δεν μπορείς έτσι απλά να παίρνεις το αεροπλάνο για Σαββατοκύριακο στη Βαρκελώνη. Εχει μια κουλή δόση υπερβολής αυτό».

Τσιμπολογώντας ανάμεσα σε ντολμαδάκια με κουκουνάρι και ντοματίνια με ξινομυζήθρα, ο κ. Χαρίτος μου λέει ότι απολαμβάνει τον μύθο που έχει αποκτήσει η σειρά. Με έναν τρόπο όλοι «βλέπουν» τις «Μέλισσες», ακόμη και όσοι δεν τις παρακολουθούν. «Χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Υποτίθεται ότι οι καταβολές μου είναι ο κινηματογράφος, αλλά ένα πράγμα που πάντα μου άρεσε είναι οτιδήποτε κάνω να μπορεί να φτάνει στον κόσμο. Δεν είχα ποτέ την επιθυμία να κάνω μια ταινία και να μην την καταλαβαίνει κανείς. Δεν ήμουν τέτοιος άνθρωπος και άργησα να το καταλάβω. Το κατάλαβα μέσα από την ψυχανάλυση που κάνω πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή σταμάτησα να έχω ενοχές επειδή αυτό που κάνω αρέσει σε πολύ κόσμο».

Η αγάπη για το σινεμά

Ο πατέρας του και κριτικός κινηματογράφου Δημήτρης Χαρίτος του πέρασε την αγάπη του για το σινεμά. Γνώρισε την παλιά φρουρά του νέου ελληνικού σινεμά, όπως τους Βούλγαρη, Αγγελόπουλο, Πανουσόπουλο, και αργότερα τους νεότερους. Ωστόσο, η αγάπη του για τη σκηνοθεσία ήρθε πολύ αργότερα, και μέσα στην κρίση αναρωτήθηκε πολλές φορές εάν έκανε τη σωστή επιλογή. Στους μαθητές του λέει ότι, για να αλλάξεις κλίμακα προς τα εμπρός, πρέπει να κάνεις ένα βήμα πίσω. Τον ρωτώ πότε έκανε εκείνος πίσω. «Εγινα βοηθός σκηνοθέτη στα 30 μου για να γίνω σκηνοθέτης. Το έχω μετανιώσει κυριολεκτικά. Τότε περίμεναν όλοι να κάνω ταινία. Αλλά έπρεπε κάπως να ζήσω, αυτό δεν το μετανιώνω. Επειδή στην Ελλάδα έχουμε αυτό το ελάττωμα να καταφέρνουμε να μας ζούνε διάφορα πράγματα, θεώρησα πως ήταν απαράδεκτο να φτάνεις σε μια ηλικία και να μην μπορείς να ζήσεις τον εαυτό σου».

Δεν είχα ποτέ στεγανά, μου αρέσουν οι προκλήσεις

Ο Λευτέρης Χαρίτος μιλάει χωρίς βιασύνη. Τα μακριά του μαλλιά είναι χαλαρά χτενισμένα πίσω, αραιά γένια καλύπτουν το πρόσωπό του, χρησιμοποιεί τα χέρια του για να τονίσει τις εκφράσεις του αλλά φαίνεται ήρεμος και κατασταλαγμένος. Η ζωή του, ναι, έχει αλλάξει ως προς την αναγνώριση που έφερε μαζί της η κυψέλη των «Αγριων μελισσών» αλλά όχι τόσο ώστε αυτή η χρυσόσκονη να σκεπάσει τα πάντα γύρω του. 

Πώς και έτσι; Για δύο λόγους, μου λέει. «Είμαι σε μια ηλικία που η προσωπική μου σχέση, το παιδί μου, είναι πιο σημαντικά από το να βγω ένα βράδυ έξω και να μου πει κάποιος, “α, είσαι αυτός που κάνει τις Μέλισσες”». Και ο δεύτερος λόγος; Ο Ζακ Μαγιόλ. Το 2017 ολοκλήρωσε τη σκηνοθεσία της μεγάλης, διεθνούς συμπαραγωγής, «Dolphin Man», του ντοκιμαντέρ που αφηγείται τη ζωή του θρυλικού Γάλλου πρωταθλητή της άπνοιας Ζακ Μαγιόλ. Ο Μαγιόλ ενέπνευσε την ταινία «Απέραντο γαλάζιο» του Λικ Μπεσόν και ο «άνθρωπος δελφίνι» χάρισε στον Λευτέρη Χαρίτο διεθνή αναγνώριση και ισορρόπησε την επιτυχία των Μελισσών. «Αν είχα κάνει τις Μέλισσες πριν από το ντοκιμαντέρ μπορεί και να είχα τρελαθεί γιατί δεν θα είχα μέτρο». 

Οσο περιμένουμε το επιδόρπιο μου περιγράφει τα τρία χρόνια που πέρασε γυρνώντας με μια βαλίτσα όλο τον πλανήτη για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ, κάτι που τώρα, λόγω της επιδημίας, φαντάζει αδύνατο. «Αυτή η συνθετική εργασία είναι η γοητεία της δουλειάς ενός σκηνοθέτη, να κουβαλάς με μανία στο κεφάλι σου την ταινία που έχεις να κάνεις, μεγάλη ή μικρή. Για το ντοκιμαντέρ έπρεπε για 2,5 χρόνια να ξέρω κάπως πώς θα τελειώσει». 

Από τον Καναδά που έγινε δεύτερο σπίτι του, πεταγόταν για λίγες μέρες στην Ινδία, μετά στο Τόκιο και έπειτα στα διεθνή φεστιβάλ για την προβολή της ταινίας. Τα ταξίδια του στον κόσμο τον έκαναν να αγαπήσει ξανά την Ελλάδα και τις θάλασσές της. Ως επαγγελματίας όμως; «Αν ξαναζούσα τη ζωή μου θα έμενα εκτός Ελλάδος», μου λέει κατηγορηματικά. 

Το ντοκιμαντέρ

«Ως είδος», μου λέει, «το ντοκιμαντέρ είναι ό,τι πιο μοντέρνο υπάρχει αυτή τη στιγμή, η δύναμη του είναι τεράστια» και μου θυμίζει τις φετινές οσκαρικές υποψηφιότητες του ντοκιμαντέρ «Honeyland» από τη Βόρεια Μακεδονία. Θα έλεγε κανείς όμως ότι δεν είναι αναμενόμενη η μετάβαση από ένα διεθνούς βεληνεκούς ντοκιμαντέρ σε μια καθημερινή σειρά εποχής. «Δεν είχα ποτέ στεγανά, ποτέ. Μου αρέσουν οι προκλήσεις», σημειώνει, «έτσι λειτουργώ, δεν είμαι ο σκηνοθέτης της έμπνευσης, είμαι επαγγελματίας, μου αναθέτουν πράγματα και τα κάνω, έχω μεγάλη αγωνία για το αποτέλεσμα αλλά δεν θα πω άφησέ το, προτιμώ να καθίσω σπίτι μου». 

Η Ιστορία και τα ταμπού

Η πορτοκαλόπιτα με το παγωτό που έρχεται για επιδόρπιο γλυκαίνει την πικρία που νιώθω ότι έχει η συζήτησή μας για «τα παλιά» και τα ταμπού γύρω από ιστορικά θέματα στην Ελλάδα. Ο Λευτέρης Χαρίτος μου θυμίζει τις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει η σειρά ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ για το 1821 την οποία συν-σκηνοθετούσε το 2011. «Στην Ελλάδα έχουμε μεγάλο πρόβλημα ταυτότητας. Θα ήθελα ας πούμε να κάνω μια ταινία για τον Ανδρέα Παπανδρέου, δεν θα γίνει ποτέ. Στην Αμερική και την Αγγλία γίνεται ένα σκάνδαλο και την επόμενη χρονιά βγαίνει ταινία. Εδώ θα γιορτάσουμε του χρόνου και ακόμη δεν έχουμε λύσει θέματα μεταξύ μας, τα οποία είναι λυμένα για τους ιστορικούς. Είμαστε λαός που κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του. Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που έχουν καταγραφεί, στην ιστορία δεν υπάρχει ηθική», τονίζει.

Η συνάντηση

Δώσαμε ραντεβού απόγευμα στο «Σερσέ λα φαμ», στο κέντρο της Αθήνας. Μοιραστήκαμε μια σαλάτα ντοματίνια με κρίταμο και ξινομυζήθρα, ντολμαδάκια με κουκουνάρι, πλευρότους με προσούτο προβατίνα, πατάτες με κασέρι και σαλάμι. 

Ο Λευτέρης Χαρίτος ήπιε ένα ποτήρι ροζέ κρασί Παναγιωτόπουλου, ενώ εγώ προτίμησα ένα λευκό Σταγκουράκη. Για επιδόρπιο δοκιμάσαμε μια υπέροχη πορτοκαλόπιτα με παγωτό που συνοδεύσαμε με δύο ντεκαφεϊνέ εσπρέσο. Ο λογαριασμός ήταν 48,90 ευρώ.

leyteris-charitos-stin-k-eimaste-synaisthimatikos-laos0
Εικονογράφηση: ΤΙΤΙΝΑ ΧΑΛΜΑΤΖΗ

leyteris-charitos-stin-k-eimaste-synaisthimatikos-laos1