Κ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

Ελπίδες ανάκαμψης το 2021 εν μέσω μεγάλης αβεβαιότητας

Η πανδημία βρίσκει την ελληνική οικονομία σε μια περίοδο που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές από την κρίση χρέους. Το πλήγμα στον τουρισμό πολλαπλασίασε τις συνέπειες. Το δημοσιονομικό βάρος το 2020 ήταν μεγάλο και πλέον το ζητούμενο είναι η επιστροφή στην ανάπτυξη εν μέσω μεγάλης αβεβαιότητας.

Ελπίδες ανάκαμψης το 2021 εν μέσω μεγάλης αβεβαιότητας

H Eλλάδα δεν ήταν τυχερή αυτή τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Ξεκίνησε με μια σοβαρή κρίση χρέους, επί της ουσίας μια χρεοκοπία, που της κόστισε το ¼ του ΑΕΠ της περίπου και, μόλις πήγε να ανακάμψει, ένα δεύτερο ισχυρό πλήγμα, λόγω πανδημίας, απομακρύνει για άλλα 3-4 χρόνια, κατά τις εκτιμήσεις των οικονομολόγων, την επιστροφή στην αφετηρία του 2019.

Μέχρι στιγμής, οι προβλέψεις κυβέρνησης και διεθνών οργανισμών αναφέρουν ότι η ύφεση του 2020 θα είναι της τάξης του 10%, όταν η ύφεση παγκοσμίως προβλέπεται στο 4,4%. Σε απόλυτο μέγεθος, το ΑΕΠ βυθίστηκε στα 162,7 δισ. ευρώ το 2020, από 183,4 δισ. ευρώ πριν από έναν χρόνο, χάνοντας 20 δισ. ευρώ. Το υψηλό ποσοστό του τουρισμού (20% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το ΔΝΤ, περίπου 10%, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος), αλλά και γενικότερα του τομέα των υπηρεσιών, καθώς και η μεγάλη συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην οικονομική της δραστηριότητα επισημαίνονται από τους διεθνείς οργανισμούς ως η βασική αιτία για το έντονο αποτύπωμα που αφήνει στην Ελλάδα ο κορωνοϊός. Τα έσοδα από τον τουρισμό ήταν μειωμένα κατά 78,2% το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2020 σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. To γεγονός αυτό, μαζί με τα δύο lockdown, εξηγούν άνετα το μέγεθος της ύφεσης του προηγούμενου χρόνου.

Το κακό στην περίπτωσή μας είναι ότι ο κορωνοϊός πλήττει την οικονομία της χώρας πριν προλάβει να επουλώσει τις πληγές της κρίσης χρέους, αλλά και να θεραπεύσει τις πάγιες αδυναμίες της.

«Η κληρονομιά της κρίσης, περιλαμβανομένου ενός μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής που δεν στηρίζει ούτε την ανάπτυξη ούτε τη στοχευμένη κοινωνική προστασία, το μεγάλο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό, εν μέσω ενός φτωχού επιχειρηματικού κλίματος, καθώς και ένας ασθενής τραπεζικός τομέας έθεταν σημαντικές προκλήσεις ακόμη και προ Covid-19. Γενικά, η πανδημία προσθέτει άνευ προηγουμένου αβεβαιότητες και καθοδικούς κινδύνους σε όλους τους τομείς της οικονομίας». Αυτά είναι τα σκληρά λόγια με τα οποία συνοψίζει το ΔΝΤ, στη 2η έκθεσή του μεταπρογραμματικής παρακολούθησης της Ελλάδας, το σημερινό περιβάλλον για την ελληνική οικονομία.

Η κατάρρευση του ΑΕΠ συμπαρέσυρε φυσικά και το δημοσιονομικό οικοδόμημα, εκτίναξε το χρέος σε νέα ύψη και επανέφερε στο προσκήνιο πρόβλημα ισοζυγίου πληρωμών, κάτι που έκανε την Eurobank μιλήσει σε εβδομαδιαίο δελτίο της για επιστροφή των διπλών ελλειμμάτων. Τα μέτρα στήριξης που υποχρεώθηκε να πάρει η κυβέρνηση υπολογίζονται στον προϋπολογισμό στα 23,9 δισ. ευρώ, αλλά χάρη σε αυτά ενισχύθηκε η οικονομικη δραστηριότητα κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες. Με άλλα λόγια, αν δεν είχαν ληφθεί, η ύφεση το 2020 θα ήταν 17,5%.

Μετά από 5 χρόνια πρωτογενών πλεονασμάτων, εκ των οποίων τα 4 (2015-2018) αυτά υπερέβαιναν ακόμη και τους συμφωνηθέντες στόχους, με το 2019 να επιτυγχάνεται ακριβώς το 3,5% του ΑΕΠ, το 2020 εκτιμάται ότι είχαμε πρωτογενές έλλειμμα 7,2% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό. Κατόπιν αυτού, το χρέος σκαρφαλώνει στο 208,9% του ΑΕΠ, ένα μέγεθος που δεν είχαμε δει ούτε στους χειρότερους μνημονιακούς εφιάλτες μας.

Η ελπίδα είναι ότι όλα αυτά θα αποδειχθούν σε μεγάλο βαθμό προσωρινά, καθώς τα μέτρα στήριξης θα αποσυρθούν μετά τη λήξη του κορωνοϊού, οι φόροι και οι «επιστρεπτέες προκαταβολές» θα αρχίσουν να εξοφλούνται, έως έναν βαθμό τουλάχιστον. Σημειώνεται ότι φέτος τα έσοδα θα είναι μειωμένα κατά 8 δισ. ευρώ έναντι του αρχικού προϋπολογισμού, λόγω των φόρων που δεν πληρώθηκαν, ενώ οι δαπάνες θα είναι αυξημένες κατά 12 δισ. ευρώ, λόγω των μέτρων στήριξης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

elpides-anakampsis-to-2021-en-meso-megalis-avevaiotitas0
Η μεγάλη συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ και η ύπαρξη πολλών μικρομεσαίων επιχειρήσεων αποτελούν τις βασικές αιτίες του ισχυρού πλήγματος που προκαλεί ο κορωνοϊός στην ελληνική οικονομία. Φωτ. IN TIME

Προσωρινή αναμένεται να είναι η επίπτωση του κορωνοϊού και στο ισοζύγιο πληρωμών, το έλλειμμα του οποίου εκτιμάται ότι το 2020 σκαρφάλωσε στο 7,5% του ΑΕΠ από 2,1% του ΑΕΠ το 2019, σύμφωνα με το ΔΝΤ, για να υποχωρήσει φέτος στο 4,1% του ΑΕΠ. Η ελπίδα είναι ότι το καλοκαίρι θα επιστρέψει στα ελληνικά νησιά τουλάχιστον το 60% των τουριστών που μας επισκέφθηκαν το 2019. Θα δείξει…

Στα άλλα μέτωπα: η ανεργία εκτιμάται ότι αυξήθηκε το 2020 στο 18,9% από 17,3% το 2019, η ιδιωτική κατανάλωση υποχώρησε 7,6% μετά από αύξηση 1,9% το 2019, οι επενδύσεις μειώθηκαν κι αυτές κατά 14,3%, μετά από μια πτώση 4,6% τον προηγούμενο χρόνο.

Οικονομικοί παράγοντες ανησυχούν, ωστόσο, ότι ακόμη κι αν αρχίσει η ανάκαμψη το 2021, μετά από έναν εκτεταμένο εμβολιασμό (γιατί εκεί στηρίζονται όλες οι ελπίδες), η επόμενη μέρα θα βρεί την ελληνική οικονομία με βαθιές πληγές. Υπαρχει φόβος για ένα κύμα χρεοκοπιών επιχειρήσεων και ένα νέο άλμα μη εξυπηρετούμενων δανείων (η Τράπεζα της Ελλάδος υπολογίζει ότι θα αυξηθούν κατά 10 δισ. ευρώ, έναντι των περίπου 60 δισ. ευρώ σήμερα). Οι διεθνείς οργανισμοί ανησυχούν ότι, αν διακοπούν πρόωρα τα μέτρα στήριξης, επιχειρήσεις θα καταρρεύσουν και η ανεργία θα αυξηθεί.

Το πόσο ισχυρή, εξάλλου, θα είναι η προσδοκώμενη ανάκαμψη του επόμενου χρόνου αποτελεί μεγάλο ερωτηματικό, καθώς όλοι οι αναλυτές επισημαίνουν σε κάθε τόνο ότι οι αβεβαιότητες και οι κίνδυνοι δεν επιτρέπουν ασφαλείς προβλέψεις. Η ελληνική κυβέρνηση προέβλεψε στον προϋπολογισμό αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,8%, με την προϋπόθεση ότι το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ θα χρηματοδοτησει επενδύσεις 3,9 δισ. ευρώ, συνεισφέροντας με 2 ποσοστιαίες μονάδες. Οι επενδύσεις προβλέπεται, έτσι, να αυξηθούν τον επόμενο χρόνο με ένα εντυπωσιακό 23,2%, η ανεργία να υποχωρήσει κατά μία μονάδα, στο 17,9%, και η ιδιωτική κατανάλωση να περάσει πάλι σε θετικό έδαφος με αύξηση 3%.

Ανάλογες προβλέψεις για ανάκαμψη 5% έκανε και η ΕΕ, ενώ το ΔΝΤ ανέβασε τον πήχη στο 5,7%. Πιο απαισιόδοξος ή πιο συντηρητικός, ο ΟΟΣΑ βλέπει αύξηση του ΑΕΠ μόνο 0,9% τον επόμενο χρόνο, μεταθέτοντας για το 2022 την πραγματική ανάκαμψη, με ρυθμό 6,6%.

Σε κάθε περίπτωση, η επιστροφή στο επίπεδο του 2019 δεν προβλέπεται πριν από το τέλος του 2022, ίσως και του 2023. Δηλαδή μιλάμε πιθανώς για 3-4 χρόνια χαμένα.

Η εικόνα θα μπορούσε να γίνει στο τέλος πιο λαμπερή και η κρίση να αποτελέσει, όπως λέγεται, ευκαιρία, αν αξιοποιηθεί σωστά το μεγάλο δώρο των 32 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης. Το ζητούμενο είναι να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, ακολουθώντας λίγο έως πολύ τις κατευθύνσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη. Ανάλογο στοίχημα των μνημονιακών χρόνων για μεταρρυθμίσεις οδήγησε σε μέτρια –επιεικώς– αποτελέσματα, ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν αγαπά τις μεταρρυθμίσεις. Ίσως, όμως, αυτή τη φορά τα πράγματα εξελιχθούν διαφορετικά, καθώς οι περισσότερες μεταρρυθμίσεις θα έχουν πιο αναπτυξιακό περιεχόμενο και θα συνοδεύονται από γενναιόδωρες χρηματοδοτήσεις.
Δημοσιονομικά, το 2021 θα κλείσει και πάλι με αρνητικό πρόσημο. Το δεύτερο κύμα πανδημίας προσγείωσε τις αρχικές ελπίδες της κυβέρνησης να μηδενίσει το πρωτογενές ισοζύγιο, και έτσι προβλέπεται πλέον πρωτογενές έλλειμμα 3,9% του ΑΕΠ, ενώ το χρέος εκτιμάται ότι θα παραμείνει στην περιοχή του 200% του ΑΕΠ. Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση ότι η πανδημία θα λήξει περίπου στο τέλος του πρώτου τετραμήνου και ότι τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης θα περιοριστούν στα 7,5 δισ. ευρώ.

Η Ελλάδα, όπως και οι εταίροι της στην ΕΕ, μπορούν να αξιοποιούν τη γενική ρήτρα διαφυγής από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, όπως συμφωνήθηκε τον περασμένο Μάρτιο, για να χρηματοδοτούν τις ανάγκες που προκάλεσε η πανδημία, επιτρέποντας στα ελλείμματά τους να διευρύνονται. Αυτό θα ισχύσει και φέτος, ίσως και το 2022. Ωστόσο, δεν θα ισχύει για πάντα.

Οι αισιόδοξοι βεβαίως υποστηρίζουν ότι, όταν θα βγει η ανθρωπότητα από αυτή την περιπέτεια, δεν θα επιστρέψουμε στους προϋπάρχοντες αυστηρούς κανόνες.

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα εξορθολογισθεί, σύμφωνα μάλιστα και με τα διδάγματα που προσέφερε η ελληνική κρίση, όπως υποστηρίζουν. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν θα συμβεί αμέσως.

Παραμένει πάντως γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί ειδική περίπτωση, λόγω του εξαιρετικά υψηλού δημοσίου χρέους της. Μόλις αποσυρθεί η στήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που αγοράζει τώρα αφειδώς τα ομόλογά της, θα ξαναβγούν στο προσκήνιο οι αξιολογήσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας και τότε θα πρέπει να πείσει ότι το χρέος της είναι βιώσιμο, για να πλησιάσει την επενδυτική βαθμίδα και να μπορεί να το χρηματοδοτεί από τις αγορές με λογικά επιτόκια. Ενδεχόμενη συνέχιση των μεγάλων ελλειμμάτων της εποχής του κορωνοϊού δεν θα βοηθήσει σε αυτή την κατεύθυνση.