ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Για το κορίτσι με το άσπρο αδιάβροχο

gkkt_02_28042019_cmyk_page_1_image_0007

Μια μέρα του 1942 στην Αθήνα, ο ποιητής Γιώργος Β. Μακρής έζησε μιαν αυστηρά προσωπική ανάσταση. Αυτό τουλάχιστον διατείνεται ο κύριος Γκρι, διότι είδε ότι ο Μακρής έγραψε ένα εκπληκτικό ποίημα εκείνη τη χρονιά, το μαύρο 1942, μαύρο για την Αθήνα, μαύρο για την Ελλάδα και για την Ευρώπη και για όλο τον υπόλοιπο κόσμο.

Το ποίημα, όμως, μέσα στη γενική καταχνιά των καιρών υπερβαίνει τη συνθήκη την εξωτερική και τελικώς την αφήνει στην άκρη, την αντιπαρέρχεται, σχεδόν την απαξιώνει. Γιατί; Ισως επειδή ο ποιητής είδε κάτι που του υπενθύμισε τι σημαίνει να ζεις.

Σαν άλλος Ιησούς, ασφυκτικά τυλιγμένος στο σάβανό του, είδε. Kαι αυτό που είδε τον έκανε να αψηφήσει σάβανα και τάφο. Oσοι δοκίμασαν να τον επισκεφθούν, βρήκαν το μνήμα αδειανό.

Η ανάσταση κρύβεται στον ίδιο τον τίτλο του ποιήματος, που είναι μαγικά υπαινικτικός όσο και σαφής την ίδια στιγμή: «Για το κορίτσι με το άσπρο αδιάβροχο».

Ο κύριος Γκρι μου το διαβάζει υπερτονίζοντας όχι τις λέξεις μα τον ρυθμό τους: «Θα ’πρεπε να ’ναι επίτηδες βαλμένο/ ένα τυχαίο μα και όμορφο γεγονός/ ένα λευκό αιθέριο γεγονός που στάθηκε για μια στιγμή/ μέσα σε μιαν αυλή οφθαλμιατρείου,/ αχ! μέρα βροχερή, γεμάτη φοιτητές και άσχημα χάχανα,/ ενώ δίπλα διέκρινε κανείς τους ασθενείς/ με μικρά άρρωστα μάτια γεμάτα κακία/ κακία και συμφορά στο τμήμα απόρων/ αίθουσα αναμονής/ και πάνω στον βαμμένο τοίχο οι εταζέρες/ με τα εργαλεία των γιατρών,/ το μάθημα ανατομίας του γιατρού Τουλπ/ σε μια μικρή λιθογραφία μ’ άσπρο φόντο./ Και να την, να την σαν επίτηδες/ τυχαία και όμορφα βαλμένο γεγονός/ άγνωστη μ’ άσπρο αδιάβροχο, σκληρά χαρακτηριστικά/ ντυμένη σε περήφανο αλαζονικό εμβατήριο/ θυμίζοντας οδυνηρά συμβάντα παλαιότερα./ Κι αρκούσε αυτό για τη δημιουργία/ κάποιας μικρής όσο κι ασήμαντης νότας/ όπως αρκεί μια πεθαμένη φύση/ με κάκτο και μπουκάλα για να καταλάβουμε/ όπως αρκεί ένα μικρό χεράκι παίζοντας/ μ’ ένα μικρό αντικείμενο ασυνεσθήτως./ Αχ! μέρα βροχερή γεμάτη απ’ το κορίτσι με το άσπρο αδιάβροχο».

Ψελλίζω το δίστιχο «Ντυμένη σε περήφανο αλαζονικό εμβατήριο/ θυμίζοντας οδυνηρά συμβάντα παλαιότερα» και ο νους μου τρέχει αβίαστα (λόγω των ημερών;) σε μια εικόνα ανάστασης που αναγκαστικά φέρει μνήμες σταύρωσης. Αλλά θέλει και μια κάποια αλαζονεία να πετυχαίνεις, έστω και συμβολικά, μεταφορικά, μέσα στην κάθε άχαρη μέρα που σε λούζει σαν υγρό ληγμένης μπαταρίας, αυτό το «θανάτω θάνατο πατήσας».

Κι ωστόσο, μερικά χρόνια μετά, το 1968, ο Μακρής αυτοκτόνησε, έπειτα από δύο ή τρεις άκαρπες προσπάθειες, και αφού συνέβαλε τα μέγιστα στην έκδοση του ιστορικού λογοτεχνικού «Πάλι». Λύγισε; Γονάτισε εν τέλει; Το ίδιο το νόημα τον εγκατέλειψε; Μπορεί, ίσως  – όμως, για δείτε, άφησε πίσω του, μεταξύ των άλλων δραστικών, αναστάσιμων κειμένων, αυτή την αναπνοή ζωής, το «Κορίτσι με το άσπρο αδιάβροχο».