ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το «πέταγμα» του καφέ Παπαγάλου…

loumidisexw1
afisa1

Η Διοχάντη, χήρα από την ηλικία των 36 ετών και με οκτώ παιδιά να θρέψει, έχει όλα κι όλα ένα μικρό αμπέλι, 20 ρίζες ελιές, κι ένα σπιτάκι, το μισό χρεωμένο. Ετσι, όταν τα τρία της μεγάλα αγόρια «πετάνε» μακριά από το πατρικό στην Κάρυστο, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, η μόνη ουσιαστικά περιουσία που τους δίνει, είναι μια ευχή: «Αξεχώριστοι στη δουλειά, αντρόπιαστοι στην κοινωνία, αγαπημένοι».

Βρισκόμαστε στην Ελλάδα του 1919, μετά τον Μεγάλο Πόλεμο όλοι ζουν στον παλμό της Μεγάλης Ιδέας, και τα αδέλφια Αντώνης, Νίκος και Ιάσων, με ελάχιστες οικονομίες από τη δουλειά τους ως καπνεργάτες τα πρώτα χρόνια, και τα χρήματα που κατάφερε να πάρει η μητέρα τους όταν πούλησε το μοναδικό τους αμπέλι, κάνουν το βήμα και ανοίγουν στο κέντρο του Πειραιά, στην οδό Ρετσίνα, αριθμός 12, ένα μικρό μαγαζί.

Η ταμπέλα γράφει «Αντώνιος Αρ. Λουμίδης», το όνομα του μεγάλου αδελφού, και το εμπόρευμα είναι από κακάο και σοκολάτες, μέχρι κουβαρίστρες, τσακμακόπετρες, ποτάσα, καζαμίες, κορδόνια για τον κορσέ, και ασφαλώς καφέ. Γενικό εμπόριο.

Αυτή είναι η αρχή μιας πολύ μεγάλης διαδρομής, με δυσκολίες, αναποδιές, συγκινήσεις και επιτυχίες για τα τρία αδέλφια, που με επίμονες προσπάθειες, σκληρή δουλειά, και παραμένοντας αγαπημένα τιμώντας την ευχή της μητέρας τους, κατάφεραν να ταυτίσουν το όνομά τους με τον καφέ. Η απίστευτη πορεία τους που διατρέχει σχεδόν όλο τον 20ό αιώνα, καταγράφηκε από τον Σωτήρη Λουμίδη, γιο του Ιάσονα και τελευταίο παραλήπτη της σκυτάλης που έφερε το όνομα «Λουμίδης», σε ένα πολυσέλιδο λεύκωμα (εκδ. Peak Publishing).

Καθόμαστε με τον Σωτήρη Λουμίδη στο γραφείο του, πίνουμε καφέ και ξεφυλλίζουμε το λεύκωμα. Αναρωτιέμαι τι κράτησε ενωμένα τα τρία αδέλφια, πώς τα κατάφεραν σε τόσο δύσκολες συνθήκες. «Υπήρχε μια ισχυρή μάνα, η Διοχάντη, που τους κράτησε κοντά. Ετσι προχώρησαν», απαντάει.

Εκατό κουμπαριές

«Είχαν όμως και ένα μεγάλο ταλέντο. Τότε ήταν άλλες εποχές και σε κάθε πρόβλημα έπρεπε να βρεις λύση μόνος σου. Από το να επιβιώσεις, μέχρι να δημιουργήσεις. Και σ’ αυτό ήταν πολύ καλοί. Επίμονοι, δουλευταράδες και διορατικοί. Κι έτσι σιγά σιγά έχτιζαν κάτι σημαντικό: Tην εμπειρία. Αυτό είναι το μυστικό. Ξέρετε το ανέκδοτο με τον τραπεζίτη; Δίνει συνέντευξη σε μια δημοσιογράφο που τον ρωτάει “ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας σας”. “Σωστές αποφάσεις”, απαντάει εκείνος. “Και πώς παίρνονται οι σωστές αποφάσεις”, συνεχίζει η δημοσιογράφος. “Εμπειρία”, απαντάει ο τραπεζίτης. “Και πώς αποκτάται η εμπειρία”, επιμένει εκείνη. “Λάθος αποφάσεις”. Είναι λοιπόν πολύ απλό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τα τρία αδέλφια ασχολήθηκαν, δοκίμασαν, έφαγαν τα μούτρα τους. Αλλά, ξαναλέω. Ηταν άλλες εποχές. Ο λόγος είχε αξία.

Θυμάμαι τον πατέρα μου και τα αδέλφια του που όργωναν με το φορτηγό τους όλη την επαρχία κάνοντας διανομές. Πήγαιναν στον Ορχομενό, στον πρώτο μπακάλη, έπιαναν κουβέντα, έπιναν ένα κρασάκι, τους έλεγε ο μπακάλης “παντρεύομαι”, πεταγόταν ένα από τα αδέλφια “εγώ κουμπάρος”. Ο πατέρας μου πρέπει να είχε κάνει περισσότερες από εκατό κουμπαριές. Αντε μετά όμως αυτός ο μπακάλης να σου φύγει από πελάτης. Διαφορετικές “τεχνικές” που βασίζονταν στην άμεση επαφή. Υπάρχει στο λεύκωμα μια φωτογραφία όπου τα αδέλφια βάφουν ένα τοίχο σε ένα γεφύρι. Στον δρόμο που πήγαιναν με το φορτηγό, είχαν στην καρότσα και ένα κουβά ασβέστη και πινέλα. Εβλεπαν στον δρόμο έναν ξερότοιχο, σταματούσαν, τον έβαφαν άσπρο και έγραφαν επάνω “πίνετε καφέ Λουμίδη”. Αυτή η γενιά το πάλευε, πίστευε στην προσωπική δουλειά και στην καλή συνεργασία σε όλα τα επίπεδα. Οι σχέσεις μας με το προσωπικό, λ.χ., ήταν πάντοτε καλές. Ακόμη και όταν η εταιρεία είχε φτάσει να έχει 400 εργαζόμενους δεν μάθαμε ποτέ τι θα πει συνδικαλισμός. Υπήρχε αλληλοσεβασμός, αυστηρότητα ως προς τη δουλειά που είχε αναλάβει να κάνει ο καθένας, και δικαιοσύνη. Και, κυρίως, υπήρχαν προοπτικές για όσους το άξιζαν. Τα πράγματα είναι απλά, η ανθρώπινη φύση τα κάνει πολύπλοκα».

Γερές βάσεις

Τα τρία αδέλφια, η πρώτη γενιά, έβαλαν γερές βάσεις στην εταιρεία, θέτοντάς την σε σταθερή τροχιά ανάπτυξης. Η δεύτερη γενιά, στην οποία ανήκει ο Σωτήρης Λουμίδης, πήρε τα ηνία στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Τα παιδιά, πέντε αγόρια στο σύνολο, αφού έλαβαν την κατάλληλη πανεπιστημιακή μόρφωση, πέρασαν από όλα τα στάδια της δουλειάς, από τα καταστήματα και τις διανομές μέχρι το λογιστήριο. Η εταιρεία μεγάλωνε, δημιουργήθηκαν νέα καταστήματα, ένα υπερσύγχρονο εργοστάσιο, καινούργια προϊόντα. «Ηταν τεράστια η ευθύνη που αναλάβαμε», λέει ο Σωτήρης Λουμίδης. «Εχω άπειρες ιστορίες να σας διηγηθώ.

Μια απ’ αυτές ήταν όταν το 1967 έγινα πρόεδρος της νέας εταιρείας που συνένωνε όλες τις παλιές. Επρεπε λοιπόν να επισκεφθώ τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, οπότε παίρνω τηλέφωνο τη γραμματέα του και κλείνω ένα ραντεβού. Οταν πήγα να τον δω, η γραμματέας του δεν πίστευε ότι ήμουν εγώ. Είχε απέναντί της ένα παιδί 24 ετών».

Του θυμίζω τη συμβουλή της γιαγιάς του Διοχάντης. «Αξεχώριστοι στη δουλειά, αντρόπιαστοι στην κοινωνία, αγαπημένοι». Εκείνος τι συμβουλή πήρε από τον πατέρα του; «Η συμβουλή όχι μόνο του πατέρα μου αλλά και των αδελφών του, ήταν μακριά οι γυναίκες από τη δουλειά. Και οι κόρες. Και, να σας πω την αλήθεια, φοβούνταν περισσότερο τους γαμπρούς από τις νύφες. Αλλά δεν μπορείς να το αποφύγεις πάντα…

Πάντως δεν είμαι της άποψης ότι επειδή υπάρχουν διάδοχοι πρέπει οπωσδήποτε να αναλαμβάνουν να τρέξουν αυτό που έχει χτίσει ο πατέρας τους. Οχι μόνο γιατί μπορεί να μην είναι όλοι το ίδιο ικανοί να το κάνουν, αλλά επειδή μπορεί να μη θέλουν. Υπάρχουν επαγγελματίες μάνατζερ γι’ αυτές τις δουλειές. Δεν είχα πάντα αυτήν την άποψη, την απέκτησα γιατί ταξίδεψα πολύ, σπούδασα στην Αμερική και είδα νέες μορφές διοίκησης που τότε ήταν σχεδόν άγνωστες στην Ελλάδα. Γι’ αυτό λέω: Θέλεις να κάνεις επιχείρηση; Ταξίδεψε, δες, μύρισε, γνώρισε ανθρώπους. Βγες έξω από το καβούκι σου. Ολα αυτά σου δίνουν πολύτιμες εμπειρίες».

Τα προβλήματα

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 αρχές του ’80 αρχίζουν τα πρώτα μεγάλα προβλήματα. Το υπουργείο Εμπορίου στην προσπάθειά του να ρίξει τον υψηλό τιμάριθμο επιβάλλει ανώτατη τιμή πώλησης σε κάποια προϊόντα μεταξύ των οποίων και ο καφές. Οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να πωλούν το προϊόν τους φθηνότερα από την τιμή αγοράς του. Οι ζημιές είναι μεγάλες. Η επόμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποφασίζει να ιδρύσει την κρατική προμηθευτική εταιρεία ΠΡΟΜΕΤ, η οποία αναλαμβάνει αποκλειστικά τις εισαγωγές καφέ στην Ελλάδα. Ανθρωποι χωρίς καμία γνώση και εμπειρία στο θέμα καθορίζουν την προέλευση, τις ποσότητες, τις ποικιλίες, την τιμή του καφέ. Η ΠΡΟΜΕΤ δεν δίνει στις επιχειρήσεις ούτε καν τις απαραίτητες ποσότητες. Η εταιρεία Λουμίδης πιέζεται, οι πωλήσεις πέφτουν, η καταστροφή είναι πλέον ορατή στον ορίζοντα.

«Δεν βλέπαμε κανένα φως», λέει ο Σωτήρης Λουμίδης. «Η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη σε συνδυασμό με το γενικότερο κλίμα που υπάρχει στην Ελλάδα: Mόλις πας να μεγαλώσεις σε χτυπάνε όλοι. Το γιατί δεν το έχω μάθει ακόμα. Εχω ζήσει όλες τις κυβερνήσεις, καμία δεν βοήθησε τη βιομηχανοποίηση της Ελλάδος. Δείτε όλα αυτά τα κουφάρια σήμερα. Εχω εμπειρίες από υπουργούς που μου είπαν “εσείς έχετε βγάλει λεφτά, πρέπει να πληρώσετε”. Μα, εμείς συντηρούμε και τόσο κόσμο. Δεν μας τα χάρισε κανένας. Δυστυχώς, αρκετοί Ελληνες επιχειρηματίες έχουν αντίστοιχες ιστορίες να διηγηθούν».

Μοναδική λύση φαινόταν η ανεύρεση υποψήφιου επενδυτή. «Δεν ήταν εύκολο να βρούμε νύφη σε ένα περιβάλλον εχθρικό προς τις επενδύσεις. Τελικά όμως τα καταφέραμε. Και βρήκαμε την καλύτερη νύφη». Στις 25 Σεπτεμβρίου 1987 υπογράφηκε συμφωνητικό για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της Λουμίδης Α.Ε. με τη συμμετοχή της Nestle S.A., πρώτη πράξη σε μια εξαγορά που πραγματοποιήθηκε ομαλά και με υποδειγματικό τρόπο.

Ο Σωτήρης Λουμίδης παρέμεινε για περίπου ακόμη τρία χρόνια στην εταιρεία, «για να μη “φάνε” οι “Nεστλικοί” τους Λουμιδικούς. Και έτσι έπρεπε. Δεν ήταν σωστό να αφήσω τους ανθρώπους που ήμασταν μαζί τόσα χρόνια. Οταν αποφάσισα να φύγω, ο Ελβετός υπεύθυνος μου πρότεινε να μείνω κι άλλο και να αναλάβω όλο το μαγαζί και τη Nestle. Δεν μπορούσα να πω όχι σε μια τέτοια πρόταση. Ηταν πολύ δελεαστική.

Ετσι συνέχισα για ακόμη έξι χρόνια μέχρι που κουράστηκα και παραιτήθηκα».

Μετανιώσατε ποτέ γι’ αυτήν την εξαγορά; ρωτάω τον Σωτήρη Λουμίδη. «Ποτέ», απαντάει χωρίς να σκεφθεί. «Κοιτάξτε πού έχει πάει ο Παπαγάλος σήμερα. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Εμένα με ενδιέφερε το όνομα να μείνει. Και το όνομα έχει μείνει».