ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

To θρίλερ δεν τελειώνει με τη νίκη του Μπάιντεν

Το έργο του Τζο Μπάιντεν θα είναι δύσκολο. Θα πρέπει να αποκαταστήσει το διεθνές κύρος της χώρας, να επουλώσει τα τραύματα στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τους συμμάχους της και, κυρίως, να αμβλύνει τον διχασμό της αμερικανικής κοινωνίας. (Φωτ. A.P. Photo / Carolyn Kaster)

Το πολιτικό θρίλερ που ξεκίνησε το βράδυ της περασμένης Τρίτης και ολοκληρώθηκε προχθές με την επικράτηση του Δημοκρατικού υποψηφίου Τζο Μπάιντεν μετά την εξασφάλιση του «μαγικού αριθμού» των 270 εκλεκτόρων, δεν έχει τελειώσει. 

Παρά την ανακούφιση που προκάλεσε σε ολόκληρη την υφήλιο η –έστω επεισοδιακή, λόγω εκλογικού συστήματος– νίκη του τέως αντιπροέδρου, διάχυτη είναι η ανησυχία ότι η τοξικότητα της τελευταίας τετραετίας θα συνεχίσει να δηλητηριάζει την αμερικανική κοινωνία. Σποραδικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας και από τις δύο πλευρές μαρτυρούν την πόλωση στα δύο στρατόπεδα μέχρι την τελευταία στιγμή. 

Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι θα προσφύγει δικαστικά εναντίον της ψηφοφορίας σε πολλές πολιτείες, επικαλούμενος σωρεία παρατυπιών. Στενοί συνεργάτες του εκτιμούν ότι η ιστορία μπορεί να τραβήξει μέχρι και τα μέσα Δεκεμβρίου, στις 14 του μηνός για την ακρίβεια, που είναι η προθεσμία για τη σύγκληση του Κολεγίου των Εκλεκτόρων και την ανάδειξη νέου προέδρου. 

Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος είχε αποσαφηνίσει από νωρίς τις προθέσεις του: δύσκολα θα δεχθεί μια ήττα. Το μεγάλο ερώτημα από εδώ και πέρα είναι τι θα κάνει το κόμμα του. Προς το παρόν, οι ηγέτες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος είτε σιωπούν είτε τον στηρίζουν. 

Ο πρόεδρος της Γερουσίας Μιτς Μακόνελ απέφυγε οποιοδήποτε σχόλιο για τις προεδρικές αιτιάσεις. Μετά την έντονη κριτική που δέχθηκαν για αφωνία, ο γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας Λίντσεϊ Γκράχαμ και ο συνάδελφός του στο Τέξας και διεκδικητής του χρίσματος Τεντ Κρουζ έσπευσαν να υιοθετήσουν τους ισχυρισμούς του προέδρου για νοθεία. 

Ο πρώτος δεσμεύτηκε μάλιστα ότι θα δωρίσει μισό εκατομμύριο δολάρια στο νομικό ταμείο της καμπάνιας Τραμπ, ενώ ο δεύτερος συμμερίστηκε την προεδρική θεωρία συνωμοσίας ότι κομματικοί εκλογικοί παρατηρητές δεν έχουν πρόσβαση στη διαδικασία καταμέτρησης. 

Οι αντισυστημικές εξάρσεις του βρίσκουν απήχηση στο ακροατήριό του, που εξακολουθεί να ξεχνά ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν είναι το ξεχασμένο θύμα της παγκοσμιοποίησης, αλλά ένα κακομαθημένο παιδί της Νέας Υόρκης, που πήγε στο καλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, κατασπατάλησε την περιουσία του μπαμπά, έγινε τηλεοπτικός αστέρας, παντρεύτηκε τις ομορφότερες γυναίκες και έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ. Ακόμη και ο μύθος του καλού επιχειρηματία κατέρρευσε όταν οι New York Times δημοσιοποίησαν τα φορολογικά του στοιχεία. 

Το έργο του Μπάιντεν προμηνύεται δύσκολο. Το πρώτο μέλημά του θα είναι η επανένωση των δύο βαθιά διχασμένων κομματιών της αμερικανικής κοινωνίας. Ο ίδιος, προτού καν αναλάβει τα καθήκοντά του, είπε ότι δεν υπάρχουν «μπλε και κόκκινες πολιτείες», μόνο οι ΗΠΑ. 

Θα πρέπει να αποκαταστήσει το διεθνές κύρος της χώρας, να επανενταχθεί σε συμφωνίες και οργανισμούς, όπως εκείνη του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, να επουλώσει τα τραύματα στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τους συμμάχους της. Κυρίως όμως θα χρειαστεί να εμπνεύσει εκ νέου εμπιστοσύνη στους πολίτες: για τους θεσμούς, την εκλογική διαδικασία, τη λειτουργία των ΜΜΕ, τον ορθό λόγο και την επιστήμη, για τη δημοκρατία και τα δικαιώματα. 

Ολα αυτά με ένα Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο πλειοψηφούν οι υπερσυντηρητικοί δικαστές κι ένα Κογκρέσο μοιρασμένο (εκτός αν τελικά οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να κερδίσουν στις επαναληπτικές εκλογές και τις δύο έδρες της Τζόρτζια στη Γερουσία, οπότε ο συσχετισμός με τους Ρεπουμπλικανούς θα είναι 50-50 και η αντιπρόεδρος της χώρας, Κάμαλα Χάρις, έχει δικαίωμα να δίνει στο κόμμα της την πλειοψηφία, όπου χρειαστεί).

Ερευνα ή λήθη;

Mια λιγότερο επείγουσα, αλλά ενδεχομένως καθαρτήριου χαρακτήρα πρόκληση για τον Μπάιντεν και τους Δημοκρατικούς, είναι η αντιμετώπιση του Τραμπ αφότου αποχωρήσει από την προεδρία. Θα αποφασίσει η νέα κυβέρνηση να ερευνήσει και πιθανότατα να ασκήσει κατηγορίες εις βάρος του και άλλων στελεχών της κυβέρνησής του, όχι μόνο για όσα αποκάλυψε η επιτροπή Μίλερ και οι επιτροπές που ερεύνησαν το ενδεχόμενο παραπομπής του, αλλά και για τις οικονομικές δοσοληψίες ολόκληρης της οικογένειας Τραμπ; Ή θα πρυτανεύσει η λογική πως η εθνική συμφιλίωση περνάει μέσα από τη λήθη; 

Το μέλλον του απερχόμενου προέδρου είναι άδηλο. Μπορεί να γίνει τηλεαστέρας (η Trump TV ήταν κάτι που σκεφτόταν ήδη από το 2016 σε περίπτωση εκλογικής του ήττας) ή μπορεί να συνεχίσει να επηρεάζει πολιτικά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, του οποίου οι τύχες έχουν πλέον συνδεθεί άρρηκτα μαζί του. Τέλος, μπορεί να ξαναθέσει υποψηφιότητα το 2024, όταν θα είναι 78 ετών, όσο δηλαδή και ο Μπάιντεν, και ένα χρόνο νεότερος από τον εσωκομματικό αντίπαλο του Μπάιντεν, Μπέρνι Σάντερς. 

Στενοί συνεργάτες του θεωρούν σχεδόν δεδομένο ότι θα το κάνει, παρόλο που στο παρελθόν όσοι πρόεδροι των ΗΠΑ απέτυχαν να επανεκλεγούν αποσύρθηκαν οριστικά από την πολιτική ζωή. Προς το παρόν, έχει ακόμη δυόμισι μήνες μέχρι την ορκωμοσία του νέου προέδρου για να αποτελειώσει το καταστροφικό του έργο. Οπως, για παράδειγμα, να απολύσει τον «Αμερικανό Σωτήρη Τσιόδρα», τον δρα Αντονι Φάουτσι, στο μέσον μιας φονικής πανδημίας που μετράει έως τώρα 235.000 νεκρούς.

Το σενάριο επιβεβαιώθηκε

Οσο και αν κάποιοι δεν περίμεναν ότι η εκλογική βραδιά θα εξελισσόταν σε πολυήμερο θρίλερ, στην πραγματικότητα επρόκειτο για το χρονικό ενός προαναγγελθέντος σόου Τραμπ. Εδώ και πολλές εβδομάδες, αναλυτές προέβλεπαν ότι το βράδυ των εκλογών ήταν πιθανό ένα κόκκινο κύμα, να προηγείται δηλαδή σε πολλές πολιτείες ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος θα έσπευδε να αυτοανακηρυχθεί νικητής. Η εικόνα αυτή όμως θα αλλάξει σταδιακά όσο θα προσμετρούνται οι επιστολικές ψήφοι, έλεγαν. Το σενάριο επιβεβαιώθηκε πλήρως, παρά την προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να αμφισβητήσει τη διαδικασία. Απαξιώνοντας το κύρος της εκ των προτέρων ψηφοφορίας, ο Τραμπ έπεσε τελικά θύμα του εαυτού του. Η προχθεσινή συνέντευξη Τύπου του, γεμάτη σαθρές καταγγελίες για νοθεία, ήταν ο τελευταίος σπασμός μιας πολιτικής και θεσμικής ανωμαλίας. Και τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα του γύρισαν την πλάτη. Tο ΑΒC, το NBC και το CBS αρνήθηκαν να αναπαραγάγουν τα ψεύδη του και σταμάτησαν τη μετάδοση.