VIDEO

«Ορατός κίνδυνος εκφασισμού στη Δύση»

Ο συγγραφέας και αρθρογράφος των Financial Times Μ. Γουλφ μιλάει στην «Κ» για τις προκλήσεις σε ανεπτυγμένες οικονομίες.

Ανισότητα, αποσταθεροποίηση και αυταρχισμός: αυτό το τρίπτυχο των δεινών αναμένει τις δυτικές κοινωνίες στα επόμενα χρόνια αν δεν βρεθούν τρόποι διαχείρισης των ριζικών ανατροπών –οικονομικών, τεχνολογικών, γεωπολιτικών– που απειλούν ευθέως την πρωτοκαθεδρία της Δύσης, σύμφωνα με τον Μάρτιν Γουλφ. Ο φημισμένος συγγραφέας και αρθρογράφος των Financial Times, στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ», διαγράφει το πλήρες εύρος των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι ανεπτυγμένες οικονομίες και εκφράζει τον φόβο για το πώς θα επιδράσουν στα δημοκρατικά αντισώματα των κοινωνιών μας.

«Βιώνουμε μια αλλαγή στην παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων που είναι άνευ προηγουμένου», τονίζει ο Γουλφ. «Η άνοδος της Κίνας είναι πιο αποσταθεροποιητική από αυτή της Γερμανίας στις αρχές του 20ού αιώνα και ταχύτερη από αυτήν των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 2000 η κινεζική οικονομία αποτελούσε το 4% της παγκόσμιας οικονομίας· σήμερα είναι περίπου το 20%. Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ τόσο γρήγορα – και αλλάζει τα πάντα. Είναι μία θεμελιώδης πρόκληση στην ηγεμονία της Δύσης, που έχει διαρκέσει αρκετούς αιώνες».

Παράλληλα –και όχι ασύνδετα– η κοινωνική δομή των ανεπτυγμένων οικονομιών μεταβάλλεται ριζικά, με την παρακμή της παραδοσιακής εργατικής τάξης και την υπερ-επέκταση της τάξης των πανεπιστημιακά μορφωμένων, εξηγεί. Επικαλούμενος (απροσδόκητα) τον Τομά Πικετί, ισχυρίζεται ότι «το τέλος της ιστορικής συμμαχίας των δύο αυτών ομάδων, με τους διανοούμενους να εστιάζουν σε θέματα φυλετικής ισότητας και ισότητας των φύλων και να έχουν αποξενωθεί από τις βλέψεις και τις ανάγκες των βιομηχανικών εργατών, έχει μεταφραστεί σε πολιτική αποσύνθεση της Κεντροαριστεράς».

Αντ’ αυτού, οι ραγδαίες αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών έχουν «συμβάλει στην άνοδο δεξιών αυταρχικών δημαγωγών, που αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους για την αποβιομηχάνιση και τις ανατροπές στην παραδοσιακή κουλτούρα. Οι πολιτικοί αυτοί τείνουν να συμμαχούν με τις δυνάμεις της πλουτοκρατίας, καθώς στρέφουν την κοινή γνώμη από οικονομικά αιτήματα σε κοινωνικά ζητήματα και θέματα κουλτούρας. Η συμμαχία αυτή δεν θα λύσει τα οικονομικά προβλήματα των πιο ευάλωτων τάξεων, με αποτέλεσμα να εξαγριωθούν ακόμα περισσότερο». Οσο η Κεντροαριστερά αποτυγχάνει να δώσει απαντήσεις και να κατευνάσει αυτόν τον θυμό, τονίζει, οι ψηφοφόροι αυτοί θα συνεχίσουν να ψηφίζουν διαρκώς χειρότερες εκδοχές αυτών των δημαγωγών. «Σε δέκα χρόνια μπορεί να έχουμε ανόθευτο, πλήρως ανεπτυγμένο φασισμό».

Ευρωπαϊκή ελπίδα

Ο Γουλφ δεν θεωρεί ότι η διολίσθηση αυτή είναι αναπόφευκτη. Ενα από τα φωτεινά σημεία του 2020, σύμφωνα με την ανάλυσή του, ήταν η Ε.Ε. «Η Ευρώπη έχει αντιδράσει στην κρίση καλύτερα από ό,τι περίμενα», λέει. «Το σοκ της πανδημίας ήταν τεράστιο – και ήλθε λίγα χρόνια μετά ένα άλλο πολύ μεγάλο σοκ, που έπληξε ιδιαίτερα σφοδρά την Ε.Ε.: τη χρηματοπιστωτική κρίση. Αλλά η υγειονομική κρίση ανέδειξε τα δυνατά σημεία των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ενώ πολιτικά δεν οδήγησε σε κάποια έξαρση του παλαβού λαϊκισμού, ούτε σε αυτές τις φρικτές αντιπαραθέσεις για το αν πρέπει να φοράμε μάσκες ή όχι, όπως στις ΗΠΑ. Οικονομικά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα –κάτι για το οποίο της αξίζουν πολλά εύσημα– έπραξε μέσα σε λίγες εβδομάδες αυτά που χρειάστηκε πέντε χρόνια για να κάνει επί της χρηματοπιστωτικής κρίσης: με τις μαζικές αγορές ομολόγων της, επέτρεψε στα κράτη-μέλη να δανειστούν και να στηρίξουν τις οικονομίες τους».

Ο Γουλφ επαινεί όμως και τη στάση του Βερολίνου. «Οι Γερμανοί συνειδητοποίησαν αρκετά γρήγορα ότι η Ε.Ε. αντιμετώπιζε ένα έκτακτο γεγονός, για το οποίο δεν μπορούσαν να αποδοθούν ευθύνες σε λάθη πολιτικής. Τα σύνορα έκλειναν, χώρες όπως η Ιταλία ικέτευαν για βοήθεια. Η Αγκελα Μέρκελ κατάλαβε εγκαίρως ότι αν δεν δινόταν μία επαρκώς σθεναρή απάντηση, η Ευρώπη θα εισερχόταν σε μία πολύ σοβαρή κρίση».

Το Ταμείο Ανάκαμψης στο οποίο συμφώνησαν τα κράτη-μέλη «έχει τεράστια συμβολική σημασία», τονίζει. «Είναι μία τρομερά ισχυρή δήλωση κοινής βούλησης για αλληλεγγύη και αναγνώρισης ενός συλλογικού συμφέροντος που υπερβαίνει τα στενά εθνικά. Στέλνει το μήνυμα στα πιο αδύναμα κράτη-μέλη ότι δεν είναι μόνα τους απέναντι στην κρίση – σε αντίθεση με την προηγούμενη κρίση, όπου υπήρχε στις χώρες του Νότου η αίσθηση ότι ο Βορράς τις είχε εγκαταλείψει ή, ακόμα χειρότερα, ότι ήθελε να τις τιμωρήσει».

Ο Βρετανός οικονομολόγος στέκεται και στο γεγονός ότι η πρόεδρος της Κομισιόν –«μία εντυπωσιακά ικανή γυναίκα»– είναι Γερμανίδα. Αυτό βοήθησε στην αποδοχή από τη γερμανική κοινή γνώμη του κοινού πανευρωπαϊκού δανεισμού και της παροχής επιχορηγήσεων: «Ηταν πιο δύσκολο για τους επικριτές του σχεδίου να πουν ότι είναι έργο ξένων».

Ο Γουλφ θέτει το ευρύτερο πλαίσιο: «Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν βιώσει τα τελευταία χρόνια μία σειρά από υπαρξιακούς κλυδωνισμούς. Εχουν συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος είναι ένα αφιλόξενο μέρος. Οι πιο σημαντικοί τους εταίροι, οι Ηνωμένες Πολιτείες και δευτερευόντως η Βρετανία, έχουν αποδειχθεί αναξιόπιστοι. Η νέα υπερδύναμη δεν είναι αναγκαστικά φιλική, ενώ η φθίνουσα υπερδύναμη στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης είναι μία πραγματική απειλή. Αντιμετώπισαν λοιπόν το υπαρξιακό ερώτημα: πώς θα ήταν η ζωή στον κόσμο αυτό αν δεν υπήρχε η Ευρωπαϊκή Ενωση; Οι Βρετανοί πήραν τη δική τους ανόητη απόφασή επ’ αυτού. Αλλά οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι –και σίγουρα οι Γερμανοί– συμπέραναν ότι είναι ζωτικής σημασίας να παραμείνουν ενωμένοι. Αυτό είχε αποφασιστική σημασία – και ενισχύθηκε από την εμπειρία της πανδημίας. Εξαιτίας αυτού, νιώθω πιο αισιόδοξος για τις προοπτικές της Ε.Ε. –παρά τα πολλαπλά, μεγάλα της προβλήματα– από ό,τι έχω νιώσει για δεκαετίες».

Φάρσα θυμίζουν οι εξελίξεις στη Βρετανία, τραγωδία στις ΗΠΑ

Μιλήσαμε με τον Μάρτιν Γουλφ δύο ακριβώς εβδομάδες πριν από τη λήξη της περιόδου μετάβασης για το Brexit. Η έκβαση των διαπραγματεύσεων παρέμενε αβέβαιη και τα χρονικά περιθώρια είναι πλέον ασφυκτικά στενά. Η επιφυλακτική του εκτίμηση είναι ότι θα υπάρξει εν τέλει συμφωνία.

«Ο Μπόρις (Τζόνσον) είναι αρκετά ρεαλιστής για να γνωρίζει ότι δεν θα χάσει τη στήριξη των Brexiteers αν υπογράψει, ενώ αν δεν υπάρξει συμφωνία και βιώσουμε χάος τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, θα το χρεωθεί», λέει ο Γουλφ. Πώς όμως έφτασαν εδώ τα πράγματα, με την επιλογή να είναι μεταξύ ενός συντεταγμένου πλην όμως ιδιαίτερα σκληρού Brexit (με το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός της ενιαίας αγοράς και χωρίς κάποια συμφωνία για τις υπηρεσίες, που αποτελούν το 80% της βρετανικής οικονομίας) και μιας άτακτης εξόδου χωρίς καμία συμφωνία;

Ο συνομιλητής της «Κ» ανατρέχει στην πολύπαθη διαπραγμάτευση της Τερέζα Μέι και της συμφωνίας αποχώρησης στην οποία κατέληξε με την Ε.Ε., η οποία βυθίστηκε από τα συνδυασμένα πυρά των σκληρών Brexiteers, των Εργατικών και των οπαδών ενός δεύτερου δημοψηφίσματος. «Εγώ είχα υποστηρίξει τη συμφωνία της. Hταν πολύ κακή, αλλά ήταν ένας λογικός συμβιβασμός, δεδομένης της επιλογής της αποχώρησης από την ενιαία αγορά και του τερματισμού της ελεύθερης μετακίνησης».

Μετά ήλθε ο Τζόνσον, «ο οποίος είχε τη στήριξη των Brexiteers, και ο οποίος βρήκε μία λύση (για τη συμφωνία αποχώρησης) αποδεχόμενος κάτι που κανείς δεν περίμενε ότι θα αποδεχθεί: την αποκοπή του Ηνωμένου Βασιλείου κατά μήκος της Ιρλανδικής Θάλασσας, με τη Β. Ιρλανδία να παραμένει μέρος της ευρωπαϊκής οικονομικής ένωσης. Προσωπικά έμεινα εμβρόντητος από αυτό, αλλά αυτό δείχνει πόσο λίγο είχα καταλάβει το πόσο διπρόσωπος πολιτικός είναι».

Eκτοτε, οι δύο πλευρές αναζητούν μία εμπορική συμφωνία «που να διαφυλάσσει επαρκώς τους ίσους όρους ανταγωνισμού ώστε να ικανοποιήσει την Ε.Ε. και να επιτρέπει αρκετές αποκλίσεις ώστε να ικανοποιήσει τη Βρετανία». Δύο «τοτεμικά» ζητήματα –τα αλιευτικά δικαιώματα και το καθεστώς της Β. Ιρλανδίας– περιπλέκουν περαιτέρω τις διαπραγματεύσεις, εξηγεί, αλλά το βασικό πρόβλημα είναι ότι «ποτέ δεν διατυπώθηκε με ειλικρίνεια ότι το τίμημα της ανάκτησης εθνικής κυριαρχίας θα ήταν η απώλεια πρόσβασης (στην ευρωπαϊκή αγορά). Διαπραγματευόμαστε εδώ και 4,5 χρόνια τους όρους του διαζυγίου μεταξύ δύο αναπόσπαστα διασυνδεδεμένων οικονομιών και είναι λογικό ότι εξελίχθηκε σε εφιάλτη – δεδομένου του ότι πήραμε την απόφαση χωρίς να έχουμε ιδέα των όρων και των συνεπειών του διαζυγίου».

Ο βετεράνος αναλυτής είναι ακόμα πιο απαισιόδοξος για τις Ηνωμένες Πολιτείες – παρά την ήττα του Ντόναλντ Τραμπ. «Αν οι εξελίξεις στη Βρετανία την τελευταία τετραετία θυμίζουν φάρσα, αυτό που συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες –εδώ και περισσότερο καιρό– είναι μία τραγωδία. Οι Ρεπουμπλικανοί, από την εκλογή του Ομπάμα και μετά, αυξανόμενα συμπεριφέρονται με τρόπους που είναι θεμελιωδώς εχθρικοί προς τις ανάγκες του σύγχρονου κόσμου. Θεωρούσα ότι ο Τζορτζ Ου. Μπους ήταν ένας άθλιος πρόεδρος – και από πολλές απόψεις εξακολουθώ να το πιστεύω. Αλλά συγκριτικά με αυτό που ζήσαμε την τελευταία τετραετία ήταν ένα πρότυπο ορθού λόγου, ευγένειας και ευπρέπειας».

Ο Γουλφ προβλέπει ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα αποδειχθούν εξίσου μη συνεργάσιμοι με τον Τζο Μπάιντεν όπως ήταν με τον Ομπάμα. «Δεν είναι μόνο ότι τα ιδεολογικά τους ένστικτα τους ωθούν να μπλοκάρουν την επέκταση της παρέμβασης του κράτους στην οικονομία. Γνωρίζουν επίσης ότι όσο πιο αποτελεσματικοί είναι στην καθήλωση της ατζέντας του, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να ανακτήσουν την εξουσία. Η αποτυχία της πολιτικής του Μπάιντεν, την οποία οι ίδιοι θα έχουν σαμποτάρει, θα επιβεβαιώσει τις θεωρίες τους περί των ορίων του κρατισμού». Η στρατηγική της ισοπεδωτικής αντιπολίτευσης ευνοείται, επιπλέον, από το γεγονός «ότι περίπου 70% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων έχουν πειστεί από τον απερχόμενο πρόεδρο, που δεν θα παραδεχθεί ποτέ την ήττα του, ότι το αποτέλεσμα ήταν προϊόν εκλογικής απάτης».

Ο Μπάιντεν, συνεπώς, «θα έχει στην καλύτερη περίπτωση μια εντελώς οριακή πλειοψηφία στη Γερουσία, μια συρρικνωμένη πλειοψηφία στη Βουλή, ένα ιδιαίτερα εχθρικό Ανώτατο Δικαστήριο… Δεν είναι καν βέβαιο αν θα μπορέσει να πετύχει την έγκριση των υποψηφίων του για το υπουργικό συμβούλιο. Η ψήφιση φιλόδοξων προϋπολογισμών, προγραμμάτων με σημαντικούς νέους φόρους, μέτρων για την κλιματική αλλαγή – όλα αυτά θα είναι πάρα πολύ δύσκολα».