SOCIAL MEDIA

«Το άναρχο τοπίο πρέπει άμεσα να χαλιναγωγηθεί»

«Το άναρχο τοπίο πρέπει άμεσα να χαλιναγωγηθεί»

Την ανάγκη οι δυτικές δημοκρατίες να ανακτήσουν τον έλεγχο των ορίων του δημόσιου διαλόγου από τους κολοσσούς της κοινωνικής δικτύωσης αναδεικνύει, σε αποκλειστική συνέντευξή της στην «Κ», η Μαριέτζε Σάακε. Η δυναμική πρώην ευρωβουλευτής, και νυν επικεφαλής διεθνούς πολιτικής του Stanford Cyber Policy Center, μιλάει για τον Ντόναλντ Τραμπ, την ψηφιακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης και το πώς μπορεί η δημόσια πολιτική να εξημερώσει το τέρας που έχει δημιουργηθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ο αποκλεισμός του Τραμπ «φανέρωσε σε πολύ κόσμο πόση ισχύ έχουν το Twitter, το Facebook, το YouTube και άλλες πλατφόρμες», σύμφωνα με τη Σάακε. Η απόφαση των εταιρειών γεννά «πολλά ερωτήματα», λέει. «Γιατί, για παράδειγμα, αποκλείεται ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και όχι άλλοι διεθνείς ηγέτες που αναρτούν ιδιαιτέρως επίμαχο ή επιβλαβές περιεχόμενο; Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν ήταν μια σωστή ή λάθος απόφαση, αλλά γιατί επιτρέπουμε την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης του δημοκρατικού διαλόγου στις κοινωνίες μας».

Πώς μπορεί ο έλεγχος αυτός να επανέλθει στη δημόσια σφαίρα; «Πρέπει κατ’ αρχάς να απαιτήσουμε οι εταιρείες αυτές να είναι πολύ πιο διαφανείς σχετικά με τις πολιτικές στις οποίες βασίζουν τις αποφάσεις τους. Δεν μπορεί αυτές να προκύπτουν ως αντίδραση σε πιέσεις ή στην κατακραυγή των εργαζόμενών τους. Οι πολιτικές αυτές πρέπει να συνδέονται με διεθνή ή ευρωπαϊκά πρότυπα σε σχέση με την ελευθερία του λόγου και τα όριά της και πρέπει να υπάρχει ανεξάρτητη εποπτεία που θα πιστοποιεί σε τι βαθμό οι εταιρείες τηρούν τις δεσμεύσεις τους. Μου έκανε εντύπωση ότι το Twitter από την περασμένη Παρασκευή (σ.σ.: 8 Ιανουαρίου) απενεργοποίησε περισσότερους από 70.000 λογαριασμούς που συνδέονται με το QAnon – κι αυτό έγινε αφού το QAnon είχε ήδη απαγορευθεί». 

Αυτό δείχνει, όπως παρατηρεί η Σάακε, πόσο δύσκολο είναι να επιτηρηθεί η πλατφόρμα σε κυλιόμενη βάση, εντοπίζοντας τις παραφυάδες απαγορευμένων οντοτήτων σε πραγματικό χρόνο.

Ο ρόλος των κυβερνήσεων

«Οι κυβερνήσεις των δημοκρατικών χωρών έχουν τον πρώτο λόγο, πάντως», τονίζει. «Αυτές είναι που πρέπει να διατυπώσουν σαφώς το νόημα του κράτους δικαίου στο ψηφιακό πεδίο και να διασφαλίσουν ότι υπάρχουν οι μηχανισμοί για την επιβολή του». Πρέπει να υπάρχει πρόσβαση στο πώς λειτουργούν οι αλγόριθμοι των εταιρειών, να είναι σαφείς οι κυρώσεις που συνεπάγεται η μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία και «να εξοπλιστούν οι ελεγκτικές αρχές με τη γνώση, το προσωπικό και τους πόρους που θα χρειαστούν για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις στρατιές δικηγόρων που διαθέτουν οι εταιρείες».

Δεν είναι όμως βαθύτερο το πρόβλημα; – δηλαδή το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης, που επιδιώκει με κάθε μέσο τη μονοπώληση της προσοχής του χρήστη προς όφελος των διαφημιζόμενων που είναι οι πελάτες τους;

Η Σάακε δεν διαφωνεί, αλλά τονίζει ότι η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο «εξαιτίας της μακράς περιόδου αδράνειας από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις, ειδικά την αμερικανική». Η χαλιναγώγηση του άναρχου τοπίου που έχει δημιουργηθεί, σημειώνει, προϋποθέτει άμεση δράση σε μια σειρά από μέτωπα: αντιμονοπωλιακή πολιτική, προστασία της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων κ.ά.   

Πώς κρίνει τον κανονισμό περί ψηφιακών υπηρεσιών (Digital Services Act) που εισηγήθηκε τον περασμένο μήνα η Κομισιόν; Εχει τα στοιχεία εκείνα που θα υποχρεώσουν τους κυρίαρχους παίκτες του Διαδικτύου να αναλάβουν τις ευθύνες τους σχετικά με το περιεχόμενο στις πλατφόρμες τους; 

«Νομίζω ότι θα είναι πολύ βοηθητικό και ελπίζω να μείνει εν πολλοίς ακέραιο – βλέπουμε ήδη να κλιμακώνεται το lobbying των εταιρειών εναντίον της πρότασης. Πάντως είναι σημαντικό ότι οι ευθύνες για την επιτήρηση του περιεχομένου αυξάνονται ανάλογα με το μέγεθος των εταιρειών, αλλά και ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναλαμβάνει ξανά τον ρόλο της διατύπωσης του τι αποτελεί επιβλαβές περιεχόμενο – κάτι το οποίο μέχρι πρότινος είχε αφήσει στις ίδιες τις εταιρείες».

«Σωστά ένστικτα»

Η Ευρωπαϊκή Ενωση «έχει τα σωστά ένστικτα» και έχει «παίξει ηγετικό ρόλο» στην προσπάθεια επιβολής τάξης στο ψηφιακό χάος, ειδικά τα τελευταία χρόνια που «οι Ηνωμένες Πολιτείες απουσίαζαν πλήρως», λέει η Ολλανδή ειδικός. 

Ωστόσο, σημειώνει, η ευρωπαϊκή προσέγγιση έχει κάποιες αδυναμίες, κυριότερη εκ των οποίων είναι η απουσία γεωπολιτικής διά-στασης στην ψηφιακή της πολιτική. «Ας πάρουμε την υπόθεση της Huawei και του 5G: από τη μια έχουμε την υπόσχεση της ενιαίας ψηφιακής αγοράς, από την άλλη όμως καθένα από τα 27 κράτη-μέλη μπορεί να αποφασίσει ατομικά αν κάποια επένδυση αποτελεί απειλή εθνικής ασφαλείας και πρέπει να αποτραπεί», λέει. «Χρειάστηκε ένας χρόνος για να καταρτιστεί η εργαλειοθήκη βάσει της οποίας θα κρίνονταν τέτοιες επενδύσεις. Αυτές οι διαδικασίες πρέπει να βελτιωθούν. Εξίσου ενδεικτικό ήταν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν συμπεριέλαβε στη Λευκή Βίβλο της για την τεχνητή νοημοσύνη οποιαδήποτε αναφορά στις στρατιωτικές εφαρμογές της – ένα ζήτημα που είναι αδύνατον να παρακαμφθεί».

Κατάφεραν να επιβληθούν οι όροι τους

Η Σάακε τονίζει ότι έως τώρα οι εταιρείες έχουν καταφέρει να επιβάλουν τους όρους τους στον διάλογο για τη ρύθμιση του πεδίου – «είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάμε για ρύθμιση του Διαδικτύου, ενώ θα έπρεπε να μιλάμε για ρύθμιση του Facebook». Πλέον όμως, «το ζήτημα είναι τόσο ορατό, τόσο μεγάλη προτεραιότητα, που υπάρχει πολιτική πίεση για να εξεταστούν πιο λεπτομερώς τα θέματα που έχουν ανακύψει. Η τεχνολογία είναι παντού – άρα όλοι μας πρέπει να ενημερωθούμε καλύτερα για το πώς επιδρά στη ζωή μας ως πολιτών».