ΒΙΒΛΙΟ

Ο Μπέντζαμιν Τέιλορ θυμάται τον καλό του φίλο, τον Φίλιπ Ροθ

Επί του παρόντος, το πρώτο, βιογραφικού τύπου, βιβλίο που κυκλοφορεί στην αγγλόφωνη αγορά μετά τον θάνατο του Ροθ είναι ένα σύντομο χρονικό του Μπέντζαμιν Τέιλορ.

BENJAMIN TAYLOR
Here We Are. My Friendship 
with Philip Roth
εκδ. Penguin, 2020, σελ. 186
 
Oχι πολλά χρόνια προτού φύγει από τη ζωή (τον Μάιο του 2018, στα 85 του), ο Φίλιπ Ροθ είχε δώσει συνέντευξη στο γερμανικό περιοδικό Spiegel. Εκεί, ο Γερμανός δημοσιογράφος άνοιξε τη συζήτηση περί της βιογραφίας του. «Σας αγχώνει το γεγονός ότι μπορεί ο βιογράφος σας να εντοπίσει κάτι που δεν θα ισχύει;» ρωτά ο δημοσιογράφος. Και ο Ροθ, χαμογελώντας ειρωνικά: «Με αγχώνει μήπως βρει  κάτι που ισχύει».

Η πολυσυζητημένη βιογραφία του Ροθ (από τον Μπλέικ Μπέιλι, βραβευμένο για την εξαιρετική βιογραφία του Τζον Τσίβερ) αναμένεται. Επί του παρόντος, το πρώτο, βιογραφικού τύπου, βιβλίο που κυκλοφορεί στην αγγλόφωνη αγορά μετά τον θάνατο του Ροθ είναι ένα σύντομο χρονικό του Μπέντζαμιν Τέιλορ, ίσως του στενότερου φίλου του Ροθ τα τελευταία χρόνια. Τίτλος του βιβλίου, «Εδώ είμαστε. Η φιλία μου με τον Φίλιπ Ροθ». Ο Τέιλορ, μυθιστοριογράφος και χρονικογράφος, κατά πολύ νεότερος του Ροθ, και ο άνθρωπος στον οποίο ο συγγραφέας αφιέρωσε το μυθιστόρημα

«Φεύγει το φάντασμα», γνώρισε τον Ροθ το 1994, σε συγκέντρωση φίλων. Λίγο καιρό πριν ο Ροθ είχε εκδώσει το «Θέατρο του Σάμπαθ», μυθιστόρημα που ο ίδιος αγαπούσε περισσότερο από όλα τα άλλα του έργα.

Ο Ροθ συμπάθησε τον Τέιλορ. «Να φάμε καμιά μέρα μαζί, μικρέ», του είπε. Αλλά εξαφανίστηκε. Τέσσερα χρόνια μετά, ο Τέιλορ του έστειλε επιστολή σχετικά με το υπό έκδοση τότε μυθιστόρημα του Ροθ «Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή», και ο τελευταίος του τηλεφώνησε. «Βρέθηκα ξαφνικά να μιλάω με κάποιον που ένιωθα ότι τον ξέρω χρόνια», γράφει ο Τέιλορ. Ξαφνικά όμως, ο Ροθ τον έκλεισε απότομα και εξαφανίστηκε πάλι. Το πολυπόθητο γεύμα ήρθε τρία χρόνια μετά, το 2001, όταν ο Ροθ έστειλε το «Ζώο που ξεψυχά» στον Τέιλορ και λίγο καιρό μετά, του πρότεινε να φάνε σε ένα ταϊλανδέζικο εστιατόριο της Νέας Υόρκης.

Αυτή ήταν η αρχή μιας στενότατης φιλίας που κράτησε σχεδόν είκοσι χρόνια και έληξε με τον θάνατο του συγγραφέα. Μελαγχολικό και τρυφερό σε σημεία, το μικρό αυτό βιβλίο αναδεικνύει το χιούμορ (όπως και τις εκρήξεις οργής) του Ροθ. Οπως επίσης το δέος με το οποίο αντιμετωπίστηκε σχεδόν απ’ όλους στην Αμερική, τόσο από πιστούς αναγνώστες όσο και από πολεμίους του. Ενα δέος που διαφέρει, όπως λέει ο Τέιλορ, από εκείνο που πολλοί αισθάνονται απέναντι σε άλλες, μεγάλες μορφές της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας (Κόρμακ Μακάρθι, Ντον ντε Λίλο, Τόνι Μόρισον κ.ά.). Στην περίπτωση του Ροθ, σημειώνει ο Τέιλορ, αυτό που ήταν πολύ έντονο ήταν το αυξημένο ενδιαφέρον στην προσωπική ζωή του συγγραφέα. Εδώ βέβαια υπάρχει και μια τάση σκανδαλοθηρίας, στοιχείο που πυροδοτήθηκε μετά την τεράστια επιτυχία του «Συνδρόμου του Πόρτνοϊ» το 1969 αλλά και από τη γενικότερη ανάμειξη/διαστρέβλωση αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας στο έργο του. 

Το ενδιαφέρον με τον Τέιλορ είναι ότι δεν είχε κάποια μυθοποιημένη εικόνα του Ροθ ως συγγραφέα. Για την ακρίβεια, γράφει πως πριν από τη δεκαετία του ’90 ο Ροθ ήταν απλώς «ένας ενδιαφέρων συγγραφέας» και ότι έγινε μεγάλος μέσα στη δεκαετία αυτή, όταν το έργο του άρχισε να «το στοιχειώνει η Ιστορία». Η (αμερικανική) Ιστορία όντως στιγματίζει όλο το ώριμο έργο του Ροθ και είναι λες και στα εξήντα του ο συγγραφέας αυτός να αναγεννήθηκε. Την ίδια στιγμή, όπως ξεκαθαρίζει στον Τέιλορ σε μια συζήτηση, ποτέ του δεν γράφει με βάση αφηρημένες ιδέες, φιλοσοφικές γενικεύσεις. «Για παράδειγμα», λέει ο Ροθ, «ποτέ μου δεν έγραψα –επαναλαμβάνω ποτέ μου– ούτε μία λέξη για τις γυναίκες γενικά. Αυτό μάλλον θα ξαφνιάσει τους πιο σκληρούς επικριτές μου. Οι γυναίκες εμφανίζονται στα βιβλία μου ως άτομα. Οχι ως το γυναικείο φύλο γενικά». Και κάπου αλλού, ο Ροθ τονίζει: «Ενας συγγραφέας χρειάζεται τα δηλητήριά του. Από αυτά τροφοδοτείται». Ισως ένα από αυτά τα «δηλητήρια» να ήταν και οι ερωτικές του σχέσεις: «Ο Φίλιπ», γράφει ο Τέιλορ, «είχε ανάγκη να ερωτεύεται. Επειτα, αφού είχε ερωτευτεί είχε ανάγκη να αποδράσει και να ερωτευτεί εκ νέου». Αυτό ήταν στάση ζωής. Συχνά υπήρξε σκληρός απέναντι σε συντρόφους του (και άπιστος κατ’ εξακολούθηση), από την άλλη όμως, πολλές πρώην ερωμένες του παρέμειναν φίλες του και μετά τον χωρισμό τους. 

Τι άλλο μαθαίνουμε; Οτι ο Ροθ απεχθανόταν το θέατρο, ότι αν ο Αριστοφάνης ήταν στη θέση του Γιαχβέ ο ίδιος θα «προσευχόταν τρεις φορές την ημέρα», ότι απεχθανόταν κάθε έννοια αγνότητας και τον συνάρπαζαν οι αντιφάσεις, ότι μπορεί να εγκατέλειψε το γράψιμο το 2010 αλλά και όχι ακριβώς: έπαψε να γράφει μυθιστορήματα, μυθοπλασία, συνέχισε όμως να γράφει πυρετωδώς, κυρίως απαντήσεις σε ερωτήματα του βιογράφου του. 
Ο Τέιλορ θα δει τον Ροθ σαβανοφορεμένο και θα του θυμίσει Ρωμαίο αυτοκράτορα, «από τους καλούς». Τραβάει μια καρέκλα, κάθεται δίπλα στον νεκρό συγγραφέα και λέει: «Εδώ είμαστε. Εδώ είμαστε, στο τέλος που τόσο πολύ μας έχουν υποσχεθεί». Θυμάται και μια φράση από το «Ανθρώπινο στίγμα»: «Η αξιοπρέπεια ενός ηλικιωμένου κυρίου, απαλλαγμένου από την επιθυμία, ο οποίος συμπεριφέρεται όπως πρέπει». Λίγα εικοσιτετράωρα προτού αφήσει την τελευταία του πνοή, ο Ροθ προλαβαίνει να εξομολογηθεί κάτι χαρακτηριστικό στον φίλο του, κάτι που ο τελευταίος σπεύδει με την πρώτη ευκαιρία να το καταγράψει σε ένα κομμάτι χαρτί: «Είδα τον μεγάλο εχθρό, περπάτησα γύρω του, του μίλησα και σου τ’ ορκίζομαι, δεν είναι να τον φοβάσαι».
 
Ολα τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ στα ελληνικά κυκλοφορούν  από τις εκδόσεις Πόλις.