ΒΙΒΛΙΟ

Αλλού η τέχνη της γραφής, αλλού η τέχνη της χαράς

Η Γκολιάρντα Σαπιέντζα, όταν έπαιζε σε ταινίες του Λουκίνο Βισκόντι και του Λουίτζι Κομεντσίνι, προτού γράψει την «Τέχνη της χαράς».

Λέει ο κύριος Γκρι: «Καθώς μπαίνουμε στον Σεπτέμβριο και οι εκδότες εμφανίζουν σιγά σιγά τη νέα τους παραγωγή, θέλω να θυμίσω πόσα καλά βιβλία είναι εξαντλημένα και δεν έχουν κυκλοφορήσει ξανά». 

Τον ρωτώ αν έχει κάτι συγκεκριμένο στον νου του. Φυσικά και έχει. «Γίνεται συζήτηση με τη Φεράντε», λέει, «μα το δικό μου το μυαλό τρέχει σε μιαν άλλη ιδιαίτερη Ιταλίδα: την Γκολιάρντα Σαπιέντζα». 

Πάνε πάνω από δέκα χρόνια από τότε που οι εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησαν το περίφημο «Η τέχνη της χαράς» (μτφρ. Αννα Παπασταύρου, σελ. 728) και το magnum opus αυτής της ατίθασης Σιτσιλιάνας παραμένει εξαντλημένο. 

Η Γκολιάρντα, πρώην ηθοποιός (έπαιξε σε οκτώ ταινίες, μεταξύ αυτών, στο «Σένσο» του Λουκίνο Βισκόντι), αφιερώθηκε στο γράψιμο στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και έως το 1976 είχε ολοκληρώσει την «Τέχνη της χαράς». 

Ωστόσο, κανένας εκδότης δεν δεχόταν να το βγάλει. Αιτία δεν ήταν μόνον η τεράστια έκτασή του, αλλά και το περιεχόμενό του. Το βιβλίο μπορεί να μιλάει στον τίτλο του για χαρά αλλά μόνο χαρούμενο –με τη συμβατική έννοια– δεν είναι. 

Η ιστορία της περίφημης Μοντέστα, η οποία κάνει έρωτα αδιακρίτως με άνδρες και γυναίκες, δεν αρνείται την αιμομιξία, δολοφονεί μια μοναχή και, γενικώς, μυείται βίαια αλλά και οργιαστικά στη ζωή με φόντο μια ταραγμένη Σικελία, σόκαρε όσους ανέλαβαν να το διαβάσουν για να εκδοθεί. 

Μέσα από μια πανσπερμία, άλλοτε σύντομων και άλλοτε εκτενέστερων, επεισοδίων από τη ζωή της Μοντέστα, η Γκολιάρντα χτίζει την τοιχογραφία μιας έντονα πολιτικοποιημένης εποχής, αλλά σκιαγραφεί και το ψυχαναλυτικό πορτρέτο μιας γυναίκας με έμφυτη ροπή προς την άρνηση των παραδοσιακών θηλυκών στερεοτύπων. 

Το πιο ερεθιστικό σε αυτό το μυθιστόρημα-ποταμός είναι πως άλλοτε συμπαθείς τη Μοντέστα και άλλοτε την αντιπαθείς σφόδρα. Που σημαίνει ότι έχει σάρκα και οστά. Οχι μόνο «καλή», όχι μόνο «κακή» – κανονικός άνθρωπος δηλαδή, με αντιφάσεις και αντιθέσεις, μεταπτώσεις, παλινωδίες και πισωγυρίσματα. 

Κάπου εκεί όμως φωλιάζει η «τέχνη της χαράς» του τίτλου: η τέχνη να αφήνεσαι χωρίς να παραιτείσαι. Δύσκολα πράγματα, περίπου ακατόρθωτα, τουλάχιστον για μια ολόκληρη ζωή – εξ ου και «τέχνη». 

Η Γκολιάρντα πέθανε ξαφνικά το 1996, στα 72 της, και δεν είδε το βιβλίο της να εκδίδεται, μολονότι το είχε ολοκληρώσει είκοσι ολόκληρα χρόνια πριν. Ανέλαβε ο άνδρας της, Αντζελο Πελεγκρίνο, να το κάνει για εκείνη (η αγγλική έκδοση περιλαμβάνει έξοχο πρόλογο από τον ίδιο). Από τα χίλια αντίτυπα που τύπωσε, λίγα χρόνια μετά, σε Γαλλία και Ιταλία το βιβλίο «χτυπούσε» 300.000 αντίτυπα σε πωλήσεις. Το 2013 κυκλοφόρησε και από την κλασική σειρά της Penguin. 

Η ίδια η Γκολιάρντα δεν είδε τίποτε απ’ όλα αυτά. Και όπως λέει και ο κύριος Γκρι, «σπάνια η τέχνη της γραφής να συμβαδίσει με την τέχνη της χαράς»…