ΒΙΒΛΙΟ

Η εκδίκηση της λύπης

Υπάρχει κάποιο όργανο που να μετράει τη λύπη; Μια καλή ιστορία πρέπει να είναι μόνο μια χαρούμενη ιστορία; (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

«“Λυπητερή ιστορία”. Αν κάποιος μου έδινε ένα ευρώ κάθε φορά που μου λέει αυτή την κουβέντα με αφορμή μια ιστορία μου, θα ήμουν εκατομμυριούχος», λέει ο κύριος Γκρι.

Αναρωτιέται: έχει εφευρεθεί κάποιο είδος «λυπόμετρου»; Κάποιο όργανο που να μετράει τη λύπη; Πολύ δε περισσότερο, που να αξιολογεί κριτικά μιαν αφήγηση, ανάλογα με τη διάθεση που βγάζει προς τα έξω; Μια καλή ιστορία πρέπει να είναι μόνο μια χαρούμενη ιστορία; 

Υπενθυμίζω στον κύριο Γκρι ότι έπειτα από δέκα και πλέον χρόνια οικονομικής ανέχειας και εν μέσω πανδημίας και πολλαπλών τρομοκρατικών χτυπημάτων, ο κόσμος δεν αντέχει άλλο τις λυπητερές ιστορίες. 

Συνοφρυωμένο, περιφρονητικό χαμόγελο: «Από την εποχή της επίπλαστης αφθονίας», λέει, «οποιοσδήποτε αισθανόταν, για οποιονδήποτε λόγο, μια ελαφρά θλίψη, βαφτιζόταν αβασάνιστα “καταθλιπτικός”. Μια ζωή θυμάμαι ένα βιβλίο ή μια ταινία να καταδικάζεται επειδή είναι “βαριά”, “ψυχοπλακωτική”. Γίναμε τόσο μυγιάγγιχτοι απέναντι σε ένα τόσο θεμελιακό, καταστατικό στοιχείο του βίου; Δεν ξέρω. Το σίγουρο είναι πως προσπαθήσαμε να εξορίσουμε τη λύπη από τις ζωές μας, ως κάτι ξένο, αφύσικο, ανώμαλο – και τώρα, η λύπη παίρνει την εκδίκησή της». 

Επ’ αυτού, έχει μια ιστορία να πει ο μεγάλος Αμερικανός διηγηματογράφος Τζον Τσίβερ. Αναφερόμενη σε ένα του διήγημα, μια δημοσιογράφος σχολίασε «Είναι μια λυπητερή ιστορία». Η απόκριση του Τσίβερ: «Ολοι αυτό λένε για τα διηγήματά μου. Ω, πόσο λυπητερά είναι», και θυμάται πώς ένα τέτοιο του διήγημα, με λυπητερό φινάλε, προσπάθησαν να πετσοκόψουν στο New Yorker. 

«Πίστευαν πως το διήγημα είναι πολύ πιο δραστικό χωρίς το δικό μου τελείωμα. Oταν ήρθε η στιγμή να κοιτάξω τα τυπογραφικά δοκίμια, νόμισα πως έλειπε μια σελίδα. Τους ρώτησα πού στο καλό πήγε το τέλος της ιστορίας. Μια κοπέλα μού είπε ότι ο κύριος Σον (σ.σ. Ουίλιαμ Σον, διευθυντής του περιοδικού από το 1951 έως το 1987) πιστεύει πως έτσι είναι καλύτερο».

Ο Τσίβερ άρχισε να βράζει μέσα στο ζουμί του, γύρισε σπίτι του με τον προαστιακό, ήπιε κάμποσο τζιν και τηλεφώνησε σε κάποιον από τους αρχισυντάκτες του περιοδικού. «Σε αυτό το σημείο πια, ούρλιαζα, ήμουν προσβλητικός, ήμουν αισχρός». Τα κατάφερε όμως: το λυπητερό τέλος του διηγήματος επέστρεψε. 

«Κλασικό New Yorker», σχολιάζει η δημοσιογράφος. «Βγάλε την τελευταία παράγραφο και έχεις το ιδανικό τέλος για διήγημα του New Yorker. Πώς θα ορίζατε τον ιδανικό επιμελητή κειμένων (σ.σ. editor);» ρωτάει μετά τον Τσίβερ. 

Απάντηση: «Ο ορισμός μου του ιδανικού επιμελητή είναι ενός ανθρώπου χαριτωμένου, ο οποίος μου στέλνει παχυλές επιταγές, εγκώμια για το έργο μου, για την ομορφιά μου, για τις σεξουαλικές μου επιδόσεις, και ο οποίος έχει κάνει κεφαλοκλείδωμα τόσο στον εκδότη όσο και στην τράπεζα».

Ω, λύπη, πού είναι τώρα το κεντρί σου;