ΒΙΒΛΙΟ

Μια αγκαλιά σε μιαν αιώρα δεν αρκεί για να διώξει τα πνεύματα

mia-agkalia-se-mian-aiora-den-arkei-gia-na-dioxei-ta-pneymata-2298887

Σ​​τα «Αποδημητικά πουλιά», την ωραία ταινία των Κριστίνα Γκαλέγκο και Τσίρο Γκουέρα, οι νεκροί στα όνειρα των ζωντανών εμφανίζονται με το πρόσωπό τους καλυμμένο με ένα σεντόνι. Το ύφασμα εφάπτεται σχεδόν πάνω στο πρόσωπο του πεθαμένου έτσι όπως οι άκρες του ανεμίζουν από τον αέρα. Αυτό απεικονίζει και η επίσημη αφίσα της ταινίας (η οποία προβάλλεται αυτές τις μέρες στις αίθουσες).

Κολομβία, δεκαετία του ’70. Μια οικογένεια πλουτίζει ασχολούμενη με το εμπόριο μαριχουάνας. Βρισκόμαστε ακόμα πολύ μακριά από το οργανωμένο έγκλημα των καρτέλ κοκαΐνης, των διαβόητων «Νάρκος», όλα είναι ακόμα ερασιτεχνικά και τα χρήματα που βγαίνουν είναι μεν πολλά αλλά όχι εξωπραγματικά.

Επίσης, βρισκόμαστε μακριά από τις υγρές ζούγκλες της Κολομβίας: στα «Αποδημητικά πουλιά» κυριαρχούν η ξερή, στεγνή έρημος, οι καλύβες από λάσπη και ξύλα (όπως οι φωλιές που χτίζουν τα πουλιά), και το μεγαλοπρεπές σπίτι που κάποια στιγμή κτίζεται μέσα σε ένα τέτοιο έρημο τοπίο, φαντάζει βγαλμένο από όνειρο.

Σε μια σκηνή, βλέπουμε την κρεβατοκάμαρα αυτού του σπιτιού. Είναι νύχτα και όλοι κοιμούνται. Πλην όμως, το διπλό κρεβάτι είναι στρωμένο και άθικτο και καθώς η κάμερα προχωράει, βλέπουμε το κεντρικό ζευγάρι της ιστορίας να κοιμάται αγκαλιασμένο σε μιαν αιώρα που έχει στηθεί στο δωμάτιο, όπως ακριβώς έκανε όταν ξεκίνησε από τις διάτρητες καλύβες του.

Αυτή η προσκόλληση των ανθρώπων στις ρίζες (και την ίδια στιγμή η αποκόλλησή τους από αυτές) διατρέχει την ταινία. Οι χαρακτήρες είναι όλοι Ινδιάνοι που, ακόμα και στις συναλλαγές τους για το «χόρτο», ακολουθούν αυστηρά τυπικά, έθιμα και ήθη, απαράβατους κώδικες της φυλής, που όποιος τους σπάσει τιμωρείται ακόμα και με θάνατο. Ο νόμος της κοινότητας είναι πάνω απ’ όλους, μα όχι για πολύ: εκεί όπου έθαβαν τους νεκρούς τους, τα οστά των οποίων φροντίζουν τελετουργικά συγκεκριμένες γυναίκες, τις οποίες κανένας δεν επιτρέπεται να αγγίξει (ή να ποθήσει), θάβουν τώρα κάσες με όπλα.

Δεν υπάρχει εύκολη ή λυρική νοσταλγία για το παρελθόν και την παράδοση στο φιλμ, υπάρχει όμως η καταγραφή της, κυρίως ως ψυχικό αποτύπωμα: η μάνα θα κάνει τα πάντα για τη φαμίλια και την κοινότητα, οδηγώντας τους πάντες στην καταστροφή. Αυτή δε η λεπτή γραμμή ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς απλώνεται μέσα από έναν δεξιοτεχνικό (πενταμερή) αφηγηματικό ιστό, που συνδυάζει την ατόφια ρεαλιστική δράση (εδώ κάτι θυμίζει από «Νάρκος») με την ποιητική, έως και μεταφυσική ενατένιση του κόσμου. Και όλοι οι χαρακτήρες, ο καθένας ξεχωριστά, ενσαρκώνουν αυτή την ενότητα θύτη και θύματος, τυπικό γνώρισμα ενός κόσμου που βρίσκεται στη σκιά του τραγικού: ουδείς είναι απολύτως αθώος ή απολύτως ένοχος. Πάνω απ’ όλα, κανένας πλούτος και καμία ισχύς δεν εξασφαλίζει έναν κόσμο δίχως ρήγματα – και δίχως «αποδημητικά πουλιά»: είτε αυτά είναι οι αέναα μετακινούμενοι ναρκέμποροι είτε οι νεκροί που φεύγουν για αλλού. Δεν αρκεί να τους σκοτώσεις μία φορά. Πάντοτε επιστρέφουν.