ΒΙΒΛΙΟ

«Των οικετών η πλημμύρα και ο θόρυβος»

ton-oiketon-i-plimmyra-kai-o-thoryvos-2314244

«Ηταν στην εποχή του Γεωργίου του Γ΄ που τα προαναφερθέντα πρόσωπα έζησαν και φιλονίκησαν· καλοί ή κακοί, όμορφοι ή άσχημοι, πλούσιοι ή φτωχοί, είναι όλοι τους ίσοι τώρα». Αυτός είναι ο περίφημος επίλογος του «Μπάρι Λίντον» από τον Ουίλιαμ Θάκερεϊ – τον οποίο διατήρησε αυτούσιο ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ στη μνημειώδη κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος το 1975.

Φυλλομετρώντας το «Τελευταίο πορτρέτο», το έβδομο (κομψότατο και αυτό) τομίδιο της σειράς ΑΦΕΛΙΑ, με υλικό από το φωτογραφικό αρχείο του ΕΛΙΑ ΜΙΕΤ, ο νους ταξιδεύει αβίαστα στον Θάκερεϊ: όπως, ίσως, μαρτυρεί ο τίτλος, ο μικρός τόμος φιλοξενεί φωτογραφίες νεκρών. Από εποχές κατά τις οποίες ο θάνατος δεν ήταν τόσο ενοχοποιημένος και οι ζώντες δεν θυμούνταν μονάχα τους τεθνεώτες στην ακμή και την αίγλη τους αλλά ακόμη και μέσα στο φέρετρο, «επιπλωμένους», όπως τους ήθελε κάποτε η παλαιά αργκό του πεζοδρομίου. Το τελευταίο πορτρέτο στην κυριολεξία.

Με μία διαφορά: για όλους εμάς σήμερα, εκατό και πλέον χρόνια από τότε που τραβήχτηκαν οι εκπληκτικές αυτές φωτογραφίες, ξέρουμε πως νεκροί δεν είναι μόνο τα θέματα των «τελευταίων πορτρέτων», δεν είναι δηλαδή οι άνθρωποι που βρίσκονται παγωμένοι και ακίνητοι μέσα στην κάσα, αλλά και οι ζώντες που τους περιστοιχίζουν: νέοι, έφηβοι, ενήλικες, ηλικιωμένοι, παιδιά και δροσερές κοπέλες που ποζάρουν πλάι στον αγαπημένο νεκρό, «είναι όλοι τους ίσοι τώρα». Οπως, ανάλογα, σε (πολύ) λιγότερο από εκατό χρόνια από τώρα, ο γράφων τούτες τις αράδες και οι αναγνώστες του, λίγοι ή πολλοί, θα είμαστε «όλοι μας ίσοι». Εδώ θα ταίριαζε το σπαρακτικό ιδιόμελο «Πού εστίν των οικετών η πλημμύρα και ο θόρυβος;» της νεκρώσιμης ακολουθίας. Παρά τη σοφία που εκφράζει με τόση άφθαστη ποιητική διάθεση, και εν γνώσει αυτής της δυσάρεστης πραγματικότητας, εμείς θα συνεχίσουμε με τον θόρυβο – επί του παρόντος, έστω.

Ο κύριος Γκρι έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να με αποτρέψει από το να αφιερώσω τη στήλη του σε ένα θέμα που οι περισσότεροι θα έβρισκαν μακάβριο, αλλά δεν τα κατάφερε. Προς τι η αυτολογοκρισία εξάλλου; Κάποτε οι άνθρωποι έκαναν αυτό που σήμερα θεωρείται αδιανόητο, ταμπού: φωτογραφίζονταν στους αρραβώνες, στους γάμους και στα βαφτίσια, φωτογραφίζονταν όμως και στις κηδείες. Φωτογράφιζαν τους νεκρούς τους και στόλιζαν τις φωτογραφίες στα οικογενειακά λευκώματα. Ολα ήταν ένα, αναπόσπαστα κομμάτια των οικετών, του θορύβου μα και της νεκρικής σιγής – της ζωής με άλλα λόγια.

«Το εκπληκτικό είναι», σχολιάζει ο κύριος Γκρι, «πως μολονότι ξέρουμε πως τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, αγωνιζόμαστε να κάνουμε πράγματα –να ερωτευτούμε, να αγαπήσουμε, να γράψουμε, να ταξιδέψουμε, να διαβάσουμε, να κολυμπήσουμε– σαν να ήμασταν αιώνιοι. Εκεί η αλαζονεία του θνητού, εκεί και το πείσμα της ζωής».