ΒΙΒΛΙΟ

Η αρχαιολογία της λάσπης

i-archaiologia-tis-laspis

Ο κύριος Γκρι τους παρατηρούσε παραξενεμένος. «Ηταν τις εποχές που ταξιδεύαμε ακόμη ανέμελοι», μου είπε γελώντας. Πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, και σίγουρα πριν από την πανδημία.

Κάθε φορά που επισκεπτόταν το Λονδίνο, γυρόφερνε τον Τάμεση, κοντά στην περίφημη γέφυρα, όπου, όταν επέρχεται η άμπωτη, η στάθμη του νερού υποχωρεί κατά δύο ολόκληρα μέτρα και τότε ο τόπος γεμίζει με περίεργους Λονδρέζους.

Ο κύριος Γκρι τους παρατηρούσε να φορούν γαλότσες και αντιανεμικά και να κατεβαίνουν σχεδόν ώς το σημείο όπου σκάει το νερό για να σκαλίσουν τις πτυχώσεις και τα τοιχώματα που είχαν αποκαλυφθεί.

Ο κύριος Γκρι νόμισε πως ήταν ρακοσυλλέκτες, όμως διαπίστωσε ότι ήταν εκκεντρικοί ιστοριοδίφες, που δοκίμαζαν την τύχη τους σε μιαν ιδιότυπη αρχαιολογία της πόλης σκάβοντας μέσα στο νερό. Μια ιδιότυπη κατάδυση στα σωθικά της πόλης, λίγο πιο κάτω απ’ το ρυτιδιασμένο δέρμα της.

Ηταν εκεί, κοντά στην ιστορική γέφυρα, αυτή που ο Τ. Σ. Ελιοτ οραματίστηκε ότι πέφτει, όπου εκτός από σακούλες, κονσέρβες και πλαστικά της σύγχρονης εποχής, οι ανήσυχοι αυτοί κάτοικοι της μητρόπολης έβρισκαν μέσα στην πιο βρωμερή λασπουριά του κόσμου αντικείμενα χαμένα στους αιώνες, προερχόμενα είτε από τους ρωμαϊκούς χρόνους είτε από την εποχή του Μαύρου Θανάτου, που τόσο αριστοτεχνικά αφηγήθηκε ο Ντεφόου στο κλασικό χρονικό του.

Το βαθύ, σκοτεινό παρελθόν της πόλης αποκαλυπτόταν θραυσματικά μέσα από τη μαύρη, υγρή λάσπη του Τάμεση: κάποιος από αυτούς τους τύπους ισχυρίστηκε ότι είχε βρει ένα μεσαιωνικό όργανο βασανιστηρίων, σκουριασμένο πέρα για πέρα. Οταν το καθάρισε και το έψαξε, έμαθε πως ήταν το «γέλιο του Ιούδα», ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο με έναν άξονα και τρία σκληρά πέταλα που άνοιγαν και έκλειναν γύρω από τον άξονα με ένα μοχλό. Ακριβώς εκεί, στον μοχλό είχε χαραχτεί μια γκροτέσκα χαμογελαστή φιγούρα, ένα πρόσωπο – του Ιούδα, υποτίθεται.

Το εργαλείο οι βασανιστές τοποθετούσαν σε διάφορες ανθρώπινες οπές, από το στόμα και τον κόλπο έως τον πρωκτό, ο μοχλός απόμενε έξω και, γυρίζοντάς τον, τα μεταλλικά πέταλα άνοιγαν εσωτερικά κατακρεουργώντας ιστούς και σάρκες. «Ισως παράπεσε από κανένα δήμιο απ’ τον Πύργο το Λονδίνου και ο χρόνος και το νερό να το έφεραν ώς εδώ», σχολίασε ο κύριος Γκρι σκυθρωπός.

Υπήρξαν και πιο αθώα, ανώδυνα ευρήματα φυσικά: ίχνη μιας άλλης ζωής, κάποιων άλλων ανθρώπων που περπάτησαν πάνω σε αυτή τη Γη, που δεν έμαθαν ποτέ τους ότι το ίχνος τους θα μπορούσε να εντοπιστεί ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη, κάτω από τη λάσπη, μέσα στο νερό.

Οσες φορές ο κύριος Γκρι βρισκόταν στο Λονδίνο αλλά δεν πετύχαινε την άμπωτη, στεκόταν πάνω από το σκοτεινό νερό και προσπαθούσε να φανταστεί πως στο σημείο όπου κοιτούσε ήταν θαμμένο ένα δοχείο για λουλούδια που ίσως κάποτε να προσέφερε κάποιος στην αγαπημένη του. Σκουριασμένο, διαβρωμένο πια. Αλλά δεν αφήνουν μόνον ίχνη η βία και ο πόνος, μα, πρωτίστως, η στοργή, η επιθυμία.