ΒΙΒΛΙΟ

Το βασανιστικό ερώτημα

Το βασανιστικό ερώτημα

Από μικρή τη βασάνιζε αυτό το ερώτημα: πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Η μητέρα της ήταν η πρώτη που της είπε ότι αυτό το ερώτημα βασανίζει όλο το κόσμο και ότι δεν υπάρχει απάντηση.

Πρέπει να ήταν δέκα χρόνων. Στα δεκαπέντε της, το πρώτο αγόρι που της χάιδεψε το στήθος αποτραβήχτηκε με αηδία όταν τον ρώτησε το ίδιο πράγμα: «Πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Πού πηγαίνουν όταν παύουν να είναι εδώ; Πού είναι το εκεί;». Το αγόρι της είπε: «Περίεργη είσαι». Κι ένιωσε αλλόκοτα μόνη.

Ολες αυτές οι απουσίες και τα κενά ανάμεσα στους ανθρώπους που είναι εδώ πρέπει κάτι να σήμαιναν, δε μπορεί.

Στα είκοσί της ένα αγόρι που γνώρισε στη σχολή κι έπαιζε μουσική της είπε ότι οι άνθρωποι που δεν είναι εδώ δεν είναι πουθενά. Κάποιος τους σκότωσε. «Ποιος τους σκότωσε;». «Μα εσύ φυσικά», της είπε εκείνος κι έσκασε στα γέλια.

Η ίδια δεν το βρήκε καθόλου αστείο. Μετά όμως της έπαιξε ένα τραγούδι και όλα γλύκαναν και πάλι. Κυρίως, ξέχασε για λίγο το βασανιστικό ερώτημα.

Στις πρώτες τους κοινές καλοκαιρινές διακοπές τον είδε να βουτάει από έναν βράχο στη θάλασσα. Τον είδε να κάνει το άλμα, αφού τη χαιρέτησε από μακριά κάνοντας τον κλόουν. Επειτα βούτηξε, σκάζοντας στο νερό με πάταγο. Η κοπέλα έβαλε τα κλάματα αμέσως. Ακόμα κι αφού αναδύθηκε και βγήκε γρήγορα απ’ το νερό, με μεγάλες απλωτές, και την πήρε αγκαλιά γελώντας. Εκείνη συνέχισε να κλαίει.

«Νόμιζα ότι πήγες εκεί», του είπε. «Για πάντα». Της έπαιξε μουσική για να ηρεμήσει. Και τα κατάφερε. Οση ώρα το αγόρι έπαιζε μουσική, εκείνη κοίταζε τη θάλασσα.

Ετσι πέρασαν τα χρόνια. Και οι άνθρωποι εξαφανίζονταν από τη ζωή. Τη ζωή της. Η μητέρα της. Το αγόρι με τη μουσική. Τα κενά μεγάλωναν ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι αυτή κοιτούσε τη θάλασσα. Εκεί πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν, σκέφτηκε. Τους έβλεπε να μπαίνουν στη θάλασσα και να μην βγαίνουν ποτέ ξανά στη στεριά.

Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι αυτό συνέβαινε διότι ήταν πιο ωραία στη θάλασσα. Κάτω από τη θάλασσα. Βαθιά, μέσα της. Κατάλαβε ότι εκεί δεν υπάρχουν κενά ανάμεσα στους ανθρώπους. Κάτω από την επιφάνεια του νερού. Σε αυτή τη διάφανη ή θολή δροσιά, τη γαλαζοπράσινη πραγματικότητα που θρυμμάτιζαν εδώ κι εκεί οι ακτίνες του ήλιου.

Μια μέρα, αποφάσισε να βουτήξει και η ίδια. Βυθίστηκε στο νερό, αιωρήθηκε στο υδάτινο κενό της θάλασσας απλώνοντας χέρια και πόδια, νιώθοντας τους πνεύμονές της να σφίγγουν σαν μέγγενη μέσα στο στέρνο της. Ενιωσε τον σκληρό πόνο του αποχωρισμού αλλά ήταν για λίγο.

Οταν βγήκε ασθμαίνοντας στη στεριά, κοίταξε γύρω της. Ηταν αλήθεια: δεν υπήρχαν πια χάσματα, κενά, απουσίες. Και ο ήλιος τη ζέσταινε λυτρώνοντάς την απ’ το κλάμα που την κυρίευσε.