ΒΙΒΛΙΟ

Μεταξύ λουθηρανών και καθολικών

Aποψη της Βενετίας, πλημμυρισμένης με τα εντυπωσιακά χρώματα του δειλινού. Η ιταλική πόλη, αυτοκρατορία για αιώνες στη Δυτική Ευρώπη, άσκησε τεράστια επιρροή που έφτασε μέχρι την τσαρική Ρωσία.

metaxy-loythiranon-kai-katholikon0«Το 1944, όταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά την Ελλάδα και τα εκπληκτικά οχυρά του Ναυπλίου και της Ακροκορίνθου, η εικόνα του Λέοντα του Αγίου Μάρκου, που είναι λαξευμένος στους προμαχώνες τους, μου προκάλεσε μεγάλη έκπληξη. Τίποτε από όσα είχα μάθει κατά τη σχολική μου εκπαίδευση δεν με είχε προετοιμάσει για την ύπαρξη τόσο απτών αποδείξεων της πρώτης υπερπόντιας αυτοκρατορίας της δυτικής Ευρώπης. Υστερα από χρόνια, τότε που οι επισκέψεις των Αμερικανών στη Ρωσία ήταν ακόμη ασυνήθιστες, βρισκόμουν ένα απόγευμα στο σπίτι ενός συναδέλφου και έβλεπα διαφάνειες της παλαιάς Μόσχας, απ’ όπου εκείνος είχε μόλις επιστρέψει, συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι η αρχιτεκτονική που κοιτούσα μαρτυρούσε ομοιότητες με την ιταλική. Αυτή ήταν μία ακόμη έκπληξη για μένα. Αργότερα, η συγγραφή ενός άρθρου για την Encyclopedia Americana στην Κρήτη, ένα έργο που είχα αναλάβει αποκλειστικά για βιοποριστικούς λόγους, με οδήγησε σε μια τρίτη αναπάντεχη ανακάλυψη: της κρητικής τέχνης και λογοτεχνίας του 17ου αιώνα. Από τέτοιες τυχαίες εμπειρίες, που εκτείνονται σε διάρκεια μεγαλύτερη των είκοσι ετών, προέκυψε αυτό το βιβλίο», γράφει στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου του «Βενετία. Γέφυρα Δύσης και Ανατολής, 1081-1797» ο ιστορικός Ουίλιαμ Μακνίλ. Το βιβλίο κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, σε μετάφραση της Γεωργίας Μίχα, και η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα με ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον.

 

Προδημοσίευση

Το 1583 ένα ισπανικό σύγγραμμα με θέμα την ανακάλυψη της Αμερικής μεταφράστηκε στα τουρκικά. Ακόμη πιο σημαντική ήταν η μετάφραση του Ατλαντα του Μερκάτορ. Το έργο αυτό το ανέλαβε ο Χατζί Χάιφα (1608-1657), ένας πολυμαθής λόγιος που ήταν και ο πρώτος Τούρκος που έκανε σοβαρή προσπάθεια να κατανοήσει κάποιες από τις επιστημονικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα στη δυτική Ευρώπη κατά τον 17ο αιώνα. Εντούτοις, η προσοχή που δινόταν στις καινοτομίες που έρχονταν από τον άγνωστο χριστιανικό κόσμο ήταν ελάχιστη. Η βαρύτητα του απόλυτα συντηρητικού εκπαιδευτικού συστήματος που είχε κληρονομηθεί από την εποχή ήδη του Σουλεϊμάν του Νομοθέτη έγερνε την πλάστιγγα κατά του ενδιαφέροντος για οτιδήποτε καινούριο. Η καινοτομία σε θέματα θρησκείας και νόμου ήταν εξ ορισμού εσφαλμένη και επικίνδυνη, και άξιζε να τιμωρείται. Η αποστήθιση ιερών κειμένων και των σχολίων που τα συνόδευαν ήταν η πεμπτουσία της ανώτερης εκπαίδευσης· η εκτροπή από τις πολυχρησιμοποιημένες και καθιερωμένες λεκτικές φόρμουλες ήταν ο δρόμος που οδηγούσε στην καταδίκη. Με τέτοιου είδους εκπαίδευση, δεν είναι να απορεί κανείς που οι μουσουλμάνοι αγνόησαν εντελώς σχεδόν τις θρησκευτικές και πνευματικές αναταράξεις που συγκλόνισαν τον χριστιανικό κόσμο κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα. Ούτε ένας μουσουλμάνος δεν μπήκε στον κόπο να διερευνήσει τις δογματικές συγκρούσεις και τις καινοτομίες που δημιούργησαν τέτοια αναταραχή στον χριστιανικό κόσμο. Ο ορθόδοξος κλήρος της Κωνσταντινούπολης έτεινε να κάνει τις περισσότερες φορές ακριβώς τα ίδια που έκαναν και οι μουσουλμάνοι ομόλογοί τους. Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον τους στην τέχνη της ανέλιξης μέσω αδυσώπητης φορολόγησης και ίντριγκας, οι εκκλησιαστικοί ηγέτες δεν μπορούσαν να αφιερώσουν πολύ χρόνο ούτε καν στη νομική τους κατάρτιση· συνήθως μάλιστα αρκούνταν στο να υποστηρίζουν ότι η παραδεδομένη κατάσταση ήταν σωστή επειδή έτσι είχε μεταφερθεί και στους ίδιους από τους ορθόδοξους προκατόχους τους. Οταν προκλήθηκε να αντιδράσει στον λουθηρανικό ορισμό της χριστιανικής πίστης το 1559, ο οικουμενικός πατριάρχης επέλεξε να μη δώσει απάντηση· και το 1574, όταν οι λουθηρανοί θεολόγοι του Τίμπινγκεν προσπάθησαν να αποσπάσουν για μία ακόμη φορά την υποστήριξη των Ελλήνων επί δογματικών ζητημάτων εναντίον του πάπα, ο πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ κάλεσε τον Θεόδωρο Ζυγομάλη, ο οποίος είχε σπουδάσει στην Πάντοβα, για να διατυπώσει εκείνος την απάντηση. Ο Ελληνας λόγιος εξέτασε ένα προς ένα τα άρθρα της Ομολογίας της Αυγούστας και διατύπωσε με τρόπο ευγενικό αλλά αυστηρό τη συμφωνία ή τη διαφωνία του με αυτά. Οι Γερμανοί ανταπάντησαν προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσουν τις διαφορές. Ολο αυτό πυροδότησε μια σειρά απαντήσεων από την ελληνική πλευρά που γίνονταν όλο και πιο καυστικές, μέχρι που το 1581 η επικοινωνία αυτή διακόπηκε κατόπιν αιτήματος του πατριάρχη Ιερεμία.

Συνολικά, οι Ελληνες κέρδισαν τον ευρύτερο θαυμασμό με τη στάση τους σε αυτή την πρώτη επαφή με τους δυτικούς θεολόγους, και αυτό χάρη στην προσφορά του Θεόδωρου Ζυγομάλη, η δυτική παιδεία του οποίου τού επέτρεπε να μπορεί να κινείται πνευματικά στο ίδιο μήκος κύματος με τους λουθηρανούς θεολόγους. Παρ’ όλα αυτά, η θεμελιώδης αδυναμία του οικουμενικού πατριάρχη ήταν ολοφάνερη. Αυτό που έκανε τον απρόθυμο πατριάρχη να λάβει μέρος στον θεολογικό διάλογο με τους Γερμανούς ήταν πρωτίστως η πίεση που του ασκήθηκε από τον πρέσβη των Αψβούργων στην Τουρκία (ο οποίος ήταν λουθηρανός). Σύντομα ακολούθησαν οι πρέσβεις που ήταν καθολικοί, οι οποίοι άσκησαν πιέσεις στους Ελληνες ιεράρχες ώστε να υποχωρήσουν στα συμφέροντα των καθολικών. Η ελληνική Εκκλησία βρέθηκε λοιπόν να τυραννιέται από ίντριγκες καθώς οι φιλόδοξοι ιεράρχες άρχισαν να αναζητούν την υποστήριξη και την προώθησή τους μέσω της σύνδεσής τους με τη μία ή την άλλη ξένη πρεσβεία. Από τη στιγμή δε που οι δυτικοί, είτε προτεστάντες είτε καθολικοί, επέμεναν να υπάρχουν δογματικοί ορισμοί και δεσμεύσεις όσον αφορά την κατήχηση, η παλιά συνήθεια σύμφωνα με την οποία η ορθοδοξία οριζόταν απλώς ως η παραδεδομένη τάξη πραγμάτων δεν ήταν πλέον αρκετή.

Από τον Μιχαήλ Δαμασκηνό στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο

Το νησί της Κρήτης συνέχιζε να αποτελεί το έδαφος όπου λάμβανε χώρα η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον βενετικό και τον ορθόδοξο κόσμο με μετάδοση στοιχείων από τον έναν στον άλλον. Κατά συνέπεια, ακόμη και αφηρημένες ή δυσνόητες πτυχές της κουλτούρας άρχισαν να μεταφέρονται αμφίδρομα μεταξύ Βενετίας και ελληνικού κόσμου με μεγαλύτερη ελευθερία από ποτέ. Η σταδιοδρομία δύο καλλιτεχνών από την Κρήτη αποτυπώνει με πολύ όμορφο τρόπο την ανάμειξη και τον αμοιβαίο εμπλουτισμό των παραδόσεων της ελληνικής και της λατινικής υψηλής τέχνης που μπόρεσαν να λάβουν χώρα μέσω της επαναπροσέγγισης των δύο πλευρών που πραγματοποιήθηκε προς τα τέλη του 16ου αιώνα στο πλαίσιο της βενετικής αυτοκρατορίας. Ο πρώτος από αυτούς, ο Μιχαήλ Δαμασκηνός (περί το 1535-1591), είχε γίνει διάσημος ως αγιογράφος στην Κρήτη. Το 1574 μετέβη στη Βενετία, όπου του είχε ανατεθεί να συμβάλει στον διάκοσμο του νέου, σχεδόν ολοκληρωμένου ναού του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων. Ο Δαμασκηνός έμεινε στη Βενετία μέχρι το 1582 και κατά τη διάρκεια αυτών των ετών προσπάθησε συνειδητά να αναμείξει τη βενετική τεχνική με τις κρητικές και τις πανάρχαιες ορθόδοξες αγιογραφικές παραδόσεις. Στα γεράματά του, όμως, επέστρεψε στην Κρήτη και ακολούθησε πιο αυστηρά το παραδοσιακό ύφος «των Παλαιολόγων». Παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν και άλλοι καλλιτέχνες που ακολούθησαν το παράδειγμά του, που προπορεύτηκαν και συνέχισαν την προσπάθεια ανάμειξης των δύο καλλιτεχνικών τεχνοτροπιών, εισάγοντας πολλές μορφές, για παράδειγμα, σε μία μόνο εικόνα ή ζωγραφίζοντας πίσω από την κεντρική εικόνα προκειμένου να δημιουργηθεί η εντύπωση των τριών διαστάσεων. Ολο αυτό οδήγησε στην ανάδυση μιας δραστήριας σχολής ιδιαίτερα ικανών σε τεχνικό επίπεδο αγιογράφων, οι οποίοι εργάζονταν και στη Βενετία και στην Κρήτη, δημιουργώντας μια αγορά για θρησκευτικά καλλιτεχνικά έργα μερικώς ιταλικά και μερικώς ελληνικά για τους κατοίκους του Χάνδακα και τις ορθόδοξες κοινότητες της Βενετίας, τα νησιά του Ιονίου και κάποιες περιοχές των Βαλκανίων. Αυτή η υβριδική καλλιτεχνική παράδοση αποτέλεσε εφαλτήριο για έναν άλλο ζωγράφο από την Κρήτη, τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (περί το 1540-1614), ο οποίος στην Ισπανία όπου εγκαταστάθηκε το 1576 έγινε γνωστός ως Ελ Γκρέκο. Ο δικός του τρόπος με τον οποίο ανέμειξε στοιχεία της βυζαντινής, της βενετσιάνικης και της πιο προσωπικής του άποψης για την πραγματικότητα ήταν, φυσικά, πολύ πιο επιτυχημένος συγκριτικά με ό,τι είχαν καταφέρει ο Δαμασκηνός και οι συνάδελφοί του. Ο Ελ Γκρέκο, άλλωστε, είχε επισκεφτεί τη Βενετία όταν ήταν ακόμη νέος, τότε δηλαδή που οι ικανότητές του στη ζωγραφική (ενδεχομένως και οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις) ήταν ακόμη εύπλαστες, κάτι που δεν ίσχυε στον ίδιο βαθμό για τον Δαμασκηνό, ο οποίος είχε πάει στη Βενετία μία δεκαετία αργότερα, σε ώριμη δηλαδή ηλικία και με εδραιωμένη ήδη φήμη.