ΒΙΒΛΙΟ

Το αίνιγμα της ανθρώπινης ύπαρξης και τα χέλια

Ο Πάτρικ Σβένσον μιλάει στην «Κ»

Το αίνιγμα της ανθρώπινης ύπαρξης και τα χέλια

Την επόμενη φορά που θα δοκιμάσετε την υπέροχη λιχουδιά του τηγανητού ή ψητού (στα κάρβουνα) χελιού στο Μεσολόγγι, αναλογιστείτε αυτό που γράφει για τα χέλια ο Σουηδός δημοσιογράφος και συγγραφέας Πάτρικ Σβένσον στο έργο του «Το βιβλίο των χελιών. Ενας πατέρας, ένας γιος, το πιο αινιγματικό ψάρι του κόσμου και το μυστήριο της ζωής»: «Κανείς δεν τα είδε ποτέ να ζευγαρώνουν, κανείς δεν είδε χέλι να γονιμοποιεί τα αυγά άλλου, κανείς δεν κατάφερε να τα δει να αναπαράγονται σε κατάσταση αιχμαλωσίας. Πιστεύουμε πως ξέρουμε ότι όλα εκκολάπτονται στη Θάλασσα των Σαργασσών, επειδή εκεί έχουν βρεθεί τα λιγότερα δείγματα προνυμφών που μοιάζουν με φύλλο ιτιάς. Κανείς όμως δεν είναι απολύτως σίγουρος για ποιο λόγο επιμένουν να αναπαράγονται εκεί και μόνο εκεί. Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πώς πραγματοποιούν το μακρινό ταξίδι της επιστροφής στη Θάλασσα των Σαργασσών ή πώς καταφέρνουν να βρουν τον δρόμο τους. Θεωρούμε ότι όλα πεθαίνουν λίγο μετά την αναπαραγωγή γιατί δεν έχουμε συναντήσει κανένα ζωντανό μετά το ζευγάρωμα, όμως από την άλλη ποτέ δεν είδαμε ενήλικο χέλι, ζωντανό ή νεκρό, στον τόπο ζευγαρώματος». 

Είναι δυνατόν; Κι όμως, από τον καιρό του Αριστοτέλη έως σήμερα, το χέλι παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του πλανήτη. Και το μυστήριο που το περιβάλλει αναδεικνύεται μέσα από το βιωματικό, δοκιμιακό χρονικό του Σβένσον (το οποίο έχει σημειώσει ανέλπιστη, μεγάλη επιτυχία διεθνώς). 

Κι αν νομίζετε πως ένα βιβλίο για τα χέλια αφορά μονάχα τους (πολύ) ειδικούς, κάνετε μεγάλο λάθος: το χέλι είναι μονάχα η αφορμή για να μιλήσει επιδέξια, στοχαστικά, με χιούμορ και με απαράμιλλη αφηγηματική καθαρότητα και ζωντάνια ο Σβένσον για το θαύμα και το αίνιγμα της ύπαρξης, για τη σαγήνη του υδάτινου κόσμου, για τη χαρά της επιστήμης και το μυστήριο της μνήμης, πάνω απ’ όλα όμως για την περίπλοκη σχέση πατέρων και παιδιών. Βλέπετε, ο Σβένσον (γεννημένος το 1972) μεγάλωσε ψαρεύοντας χέλια με τον πατέρα του. Οταν, λοιπόν, τον έχασε, το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό, προκειμένου να ανασυστήσει την πατρική φιγούρα, αλλά κυρίως τα χαμένα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, ήταν το χέλι. Υπό αυτή την έννοια, επειδή ο καθένας από εμάς είχε ή έχει ακόμα έναν πατέρα (ή μπορεί να είναι πατέρας ο ίδιος), στη θέση του χελιού μπορείτε να βάλετε αυτό που σας ταιριάζει καλύτερα. Ομως, μην έχετε αμφιβολία: το πραγματολογικό υλικό του βιβλίου, οι ιστορίες και οι θεωρίες γύρω από τα χέλια, έχουν κάτι απρόσμενα συναρπαστικό – αυτό πάντως πετυχαίνει να περάσει προς τα έξω ο Σβένσον.

Το «Βιβλίο των χελιών» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε ωραία μετάφραση της Αγγελικής Νάτση.

to-ainigma-tis-anthropinis-yparxis-kai-ta-chelia0– Στο βιβλίο σας υπογραμμίζετε το μυστήριο που περιβάλλει το χέλι. Ομως, το ίδιο μυστηριώδης φαίνεται να είναι και η πατρική φιγούρα, σωστά; 

– Από επιστημονικής πλευράς, το χέλι είναι όντως κάτι μυστηριώδες. Επειτα από εκατοντάδες χρόνια ερευνών, υπάρχουν ακόμα πολλά που δεν γνωρίζουμε για τα χέλια αναφορικά με την αναπαραγωγή και τη μετανάστευσή τους. Ενας άνθρωπος είναι μυστηριώδης από ψυχολογικής πλευράς. Υπάρχουν πάντοτε περιορισμοί στην κατανόηση ενός άλλου ατόμου. Δεν μπορείς να βιώσεις τον κόσμο μέσα από τις αισθήσεις κάποιου άλλου. Δεν είναι το ίδιο πράγμα, νομίζω όμως ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα μυστήρια του φυσικού κόσμου για να πούμε κάτι για τα μυστήρια που αντιμετωπίζουμε μέσα στις οικογένειές μας.

– Υπήρξε κάτι που να ανακαλύψατε μέσα από την ιστορία των χελιών αλλά και από τον χρόνο που περάσατε με τον πατέρα σας ψαρεύοντας χέλια;  

– Ναι, κατά κάποιον τρόπο. Πέρασα όλη την παιδική μου ηλικία ψαρεύοντας χέλια με τον πατέρα μου. Ημαστε πάντοτε εκείνος κι εγώ μόνον, στα τέλη του καλοκαιριού, στις όχθες του μικρού ποταμού. Και ήταν κάτι που απέκτησε μεγάλη σημασία για μένα όπως νομίζω και για τον πατέρα μου. Μας έφερε κοντά και παρότι, καθώς κυλούσε ο χρόνος, ελάχιστα ήταν αυτά που μας συνέδεαν, εκείνες οι νύχτες που ψαρεύαμε χέλια, μας ανήκαν. Ηταν κάτι που μας ένωσε, που μας κράτησε κοντά. Δεν είναι κάτι στέρεο βέβαια, νομίζω όμως ότι γράφοντας για εκείνες τις νύχτες με τον πατέρα μου, με βοήθησε να καταλάβω καλύτερα τι είχαμε κοινό εμείς οι δύο, όπως επίσης και όλα όσα μας χώριζαν.

– Υπήρξαν φορές που να σκεφτήκατε ότι το χέλι είναι κάτι το αηδιαστικό ή έστω κάτι το αλλόκοτο; 

– Οχι, για μένα όλο αυτό ήταν μια ιστορία αγάπης. Ποτέ μου δεν ένιωσα ότι τα χέλια ήταν αηδιαστικά. Η ύπαρξή τους με συναρπάζει, όπως επίσης ο απίστευτος κύκλος ζωής τους, οι μεταμορφώσεις τους και τα μακρινά τους ταξίδια. Αλλά, βέβαια, κατανοώ ότι τα χέλια προκαλούν ένα αίσθημα του αλλόκοτου, του ανοίκειου. Διότι το χέλι είναι ένα πλάσμα που κινείται στο σκοτάδι, έτσι όπως ελίσσεται, σαν φίδι. Είναι ένα πλάσμα που δύσκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος. 
 
– Στο βιβλίο σας, γίνονται πολλές αναφορές στην Αγία Γραφή και σε άλλα βιβλία, σχετικά με τα χέλια. Είναι βέβαια πλάσματα τα οποία δεν έχουν τη λάμψη, π.χ., των φαλαινών ή των καρχαριών, ωστόσο, γράφετε πως το χέλι είναι σύμβολο «επικείμενης τραγωδίας». Γιατί; 

– Στο «Τενεκεδένιο ταμπούρλο» το χέλι γίνεται σύμβολο επικείμενης τραγωδίας. Για την ακρίβεια, παίζει σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα, είναι ένα είδος κακού οιωνού, καθώς επίσης σύμβολο ψυχικής και σωματικής νόσου. Οπως είπατε, όμως, το χέλι δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό σύμβολο στη λογοτεχνία και την τέχνη. Οποτε εμφανίζεται, όπως στο «Τενεκεδένιο ταμπούρλο», την «Υδάτινη χώρα» ή στο σουηδικό μυθιστόρημα «Bombi Bitt», συχνά παρουσιάζεται ως σύμβολο του ασυνείδητου, όλων όσα κρύβουμε βαθιά μέσα μας.

– Ανάλογα, η διήγηση της απόπειρας του νεαρού Φρόιντ να ανακαλύψει τους όρχεις των χελιών μας λέει κάτι για το μυστήριο, για φαντάσματα και δαίμονες που μπορεί να κρύβονται κάπου χαμηλά και βαθιά. Και ότι απαιτεί κόπο για να τα φέρεις στην επιφάνεια. 

– Νομίζω πως είναι αδύνατον να διαβάσει κάποιος την ιστορία σχετικά με τον Ζίγκμουντ Φρόιντ και τα χέλια και να μη διακρίνει τον συμβολισμό μέσα σε αυτή. Ο Φρόιντ πέρασε ένα μήνα στην Τεργέστη όταν ήταν 19 ετών, προσπαθώντας να κατανοήσει τη σεξουαλικότητα των χελιών. Προσπάθησε να εντοπίσει τους όρχεις των χελιών για να αποδείξει ότι τα χέλια έχουν διαφορές ως προς τα φύλα και απέτυχε. Δεν μπόρεσε να το αποδείξει. Ο άνθρωπος που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του αργότερα προσπαθώντας να κατανοήσει την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, αυτός που έγραψε τη θεωρία για τον φθόνο του πέους, ξεκίνησε την επιστημονική του καριέρα προσπαθώντας να εντοπίσει το ανδρικό σεξουαλικό όργανο σε ένα ψάρι. Και απέτυχε!

– Γράφετε πως όταν ο Φρόιντ εξέτασε το χέλι στο μικροσκόπιο, είδε τον εαυτό του. Είναι, υπό αυτή την έννοια, το χέλι κάτι σαν καθρέφτης; 

– Νομίζω πως επηρέασε βαθιά τον Φρόιντ, υπό την έννοια ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει τα δικά του όρια. Ηταν ένας λαμπρός, ευφυής φοιτητής, αποφασισμένος να αφιερωθεί στις φυσικές επιστήμες. Τις οποίες είχε σε ιδιαίτερα υψηλή εκτίμηση, το πώς δηλαδή η αλήθεια αποκαλύπτεται μέσα από ένα μικροσκόπιο. Εάν απλώς παρατηρούσες και μελετούσες σχολαστικά τον φυσικό κόσμο, θα μπορούσες να τον περιγράψεις και να τον κατανοήσεις. Και όμως, απέτυχε να κάνει ακριβώς αυτό. Την ίδια στιγμή, περνούσε μια φάση κατά την οποία προφανώς και βίωνε μέσα του μια σεξουαλική σύγχυση και καταπίεση και είναι πιθανό το επιστημονικό του έργο να καθρέφτιζε αυτό ακριβώς. Δεν θα έλεγα όμως ότι το χέλι γενικά εκπροσωπεί αυτή την ερμηνεία. 

Εάν ψάχνεις να βρεις κάτι αιώνιο, πρέπει να ψάξεις στον ωκεανό 

– Τα χέλια ζουν στο νερό. Το νερό, βέβαια, έχει τη δική του ψυχαναλυτική ερμηνεία…

– Πάντοτε μου ασκούσε βαθιά σαγήνη ο ωκεανός. Είναι η μήτρα κάθε ζωής. Ο ωκεανός μάς θυμίζει πόσο μικροί και πόσο ατελείς είμαστε. Είναι τόσα πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε για τον ωκεανό. Μερικές φορές λέμε ότι ξέρουμε περισσότερα για την επιφάνεια του πλανήτη Αρη παρά για τον βυθό του ωκεανού και βασικά έτσι είναι. Επίσης, με συναρπάζει η έννοια του χρόνου στον ωκεανό. Στην ξηρά, μετρούμε τον χρόνο με βάση τις εποχές, με την ανατολή και τη δύση του Ηλίου. Το φως και το σκοτάδι δίνουν έναν πολύ συγκεκριμένο ρυθμό και κάθε μορφή ζωής είναι συνδεδεμένη με αυτό τον ρυθμό. Βαθιά όμως μέσα στους ωκεανούς, δεν υπάρχουν ημέρες, νύχτες ή εποχές. Είναι πάντοτε σκοτάδι, είναι πάντοτε η ίδια θερμοκρασία. Είναι λες και σχεδόν δεν υφίσταται ο χρόνος εκεί μέσα. Και φαίνεται πως αυτό επιδρά και στη ζωή μέσα στη θάλασσα. Το χέλι μπορεί να ξεπεράσει τα εκατό χρόνια ζωής. Υπάρχει ένας καρχαρίας ο οποίος πιστεύουμε πως είναι 400 χρόνων. Πριν από κάνα δύο χρόνια, ανακάλυψαν μία αχηβάδα άνω των 500 χρόνων. Υπάρχει ένας τύπος φυκιού στον Ειρηνικό ωκεανό που μπορεί να είναι πάνω από 10.000 ετών. Εάν ψάχνεις να βρεις κάτι αιώνιο, πρέπει να ψάξεις στον ωκεανό. 

– Μια άλλη έννοια που επανέρχεται στο βιβλίο σας είναι αυτή της μεταμόρφωσης. Τα χέλια αλλάζουν μορφή κυριολεκτικά. Και οι άνθρωποι όμως, στο διάβα της ζωής τους, δεν μεταμορφώνονται; 

– Από επιστημονικής απόψεως βέβαια, οι άνθρωποι δεν περνούν από στάδια μεταμορφώσεως. Κι ωστόσο, η ιδέα της μεταμόρφωσης είναι κομβική στο πώς περιγράφουμε τη ζωή ενός ανθρώπου. Μου άρεσε η ιδέα της σύγκρισης των αλλαγών που υφίσταται ένας άνθρωπος με την κυριολεκτική μεταμόρφωση που περνά ένα χέλι με σκοπό να εκπληρώσει τους στόχους του και να ολοκληρώσει ένα κύκλο ζωής. Μεταφορικά μιλώντας, φυσικά. Το χέλι είναι αναγκασμένο να μεταμορφώνεται προκειμένου να επιστρέψει στη Θάλασσα των Σαργασσών, στον τόπο καταγωγής του. Ισως και εμείς να πρέπει να μεταμορφωθούμε για να μπορέσουμε να γυρίσουμε σπίτι μας, για να καταλάβουμε από πού προήλθαμε και τι ήταν αυτό που μας έκανε αυτό που είμαστε.

– Τα χέλια ζουν στο ημίφως, κινούνται στο σκοτάδι του ωκεανού. Μας λέει κάτι αυτό για το φως και το σκοτάδι ευρύτερα; 

– Ναι, φυσικά, το κυριολεκτικό σκοτάδι του ωκεανού συμβολίζει το σκοτάδι στο βλέμμα μας πάνω στον κόσμο και στην κατανόησή του επίσης. Θα έλεγα πως, σε μεγάλο βαθμό, το βιβλίο αυτό έχει ως θέμα του τη γνώση. Πώς η γνώση παράγεται και ποια είναι τα όριά μας στο τι καταλαβαίνουμε. Σκέφτηκα, γράφοντας το βιβλίο, ότι δεν θα έπρεπε να θέσω απλώς το ερώτημα «Τι ξέρουμε για τα χέλια;». Εξίσου σημαντικό ήταν να ρωτήσω: «Πώς γνωρίζουμε όσα γνωρίζουμε;». Τότε είναι που σε βρίσκουν οι αφηγήσεις. Για παράδειγμα, πώς ξέρουμε που γεννιέται το χέλι; Το ξέρουμε επειδή ένας Δανός θαλασσινός βιολόγος γύριζε τον Ατλαντικό για περίπου είκοσι χρόνια προσπαθώντας να εντοπίσει τον τόπο γέννησης των χελιών. Και στη Θάλασσα των Σαργασσών ήταν που βρήκε εκκολαφθείσες προνύμφες χελιών. Ετσι συμπέρανε ότι εκεί γεννιούνται τα χέλια. Στην πραγματικότητα, όμως, κανένας μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να παρατηρήσει την αναπαραγωγή των χελιών και κανένας δεν είδε ποτέ ένα χέλι στη Θάλασσα των Σαργασσών, ζωντανό ή πεθαμένο. Ολο κι όλο, αυτό που έχουμε παρατηρήσει είναι τις προνύμφες να εκκολάπτονται. Αυτό μας λέει κάτι για τα όρια της γνώσης. Πώς παράγουμε γνώση και ότι η διαφορά ανάμεσα στη γνώση και στην πίστη δεν είναι συχνά τόσο προφανής όσο νομίζουμε. 

– Εντέλει, τι μας λέει ένα βιβλίο για χέλια και πατέρες, για τον θάνατο και την απώλεια;  

– Δύο μόλις εβδομάδες μετά τον θάνατο του πατέρα μου συνέβη κάτι που με επηρέασε βαθιά. Δεν θα ήθελα να το αποκαλύψω εδώ, είναι στο βιβλίο, συνέβη όμως και αφορούσε ένα χέλι και ήταν κάτι που με βοήθησε να αντεπεξέλθω στην απώλεια του πατέρα μου. Με βοήθησε να καταλάβω ότι θα ήταν μαζί μου και μετά τον θάνατό του και να συνηθίσω στην ιδέα ότι κάποιος τόσο κοντινός σου θα χαθεί για πάντα. Φυσικά, αυτό είναι κάτι πολύ προσωπικό και διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Δεν νομίζω όμως ότι θα είχα γράψει αυτό το βιβλίο εάν δεν είχε συμβεί αυτό το γεγονός. Υπό αυτήν την έννοια, το χέλι με έκανε να γράψω το βιβλίο.