ΒΙΒΛΙΟ

Όμηρος της στοιχειωμένης μνήμης

Ο Στίβεν Κινγκ επιστρέφει, ψυχογραφώντας τη χήρα ενός επιτυχημένου συγγραφέα που άφησε πίσω ασήκωτα βάρη

omiros-tis-stoicheiomenis-mnimis-561503140

omiros-tis-stoicheiomenis-mnimis0Στο νέο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ, με τίτλο «Η ιστορία της Λίσι», η Λίσι του τίτλου χάνει πρόωρα τον άνδρα της, Σκοτ, επιτυχημένο συγγραφέα. Το μυθιστόρημα καταγράφει τη ζωή και τις σκέψεις της Λίσι μετά τον θάνατο του άνδρα της, την ίδια στιγμή όμως, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας του πρότερου βίου του Σκοτ: η στοιχειωμένη μνήμη δεν είναι τόσο αυτή της Λίσι όσο του ίδιου του Σκοτ, ο οποίος κουβαλάει ένα ασήκωτο οικογενειακό βάρος.

Το ψυχολογικό  στοιχείο του βιβλίου δεν μένει χωρίς τέρατα που έρχονται από άλλες διαστάσεις: ο Σκοτ είχε μια μυστηριώδη ικανότητα να «μετακινείται» σε έναν άλλο τόπο, ένα σύμπαν έμπνευσης μα και τρόμου. Για να πενθήσει η Λίσι, θα χρειαστεί και αυτή να γνωρίσει τον τρομακτικό κόσμο του πεθαμένου συζύγου της.

Η «Ιστορία της Λίσι» μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη με τους Κλάιβ Οουεν και Τζούλιαν Μουρ. Το βιβλίο κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος σε μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου και η «Κ» προδημοσιεύει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.

Προδημοσίευση

 

«Ξαπλωμένος στο κρεβάτι και ακούγοντας το Aντλερς να τρίζει στον άνεμο, ο Σκοτ λέει: «Hταν αρκετά. Για τρεις εβδομάδες τουλάχιστον. Εκεί πέρασε ο αδελφός μου τα τελευταία του Χριστούγεννα, την τελευταία του Πρωτοχρονιά, τις τελευταίες τρεις εβδομάδες της ζωής του, σ’ εκείνο το βρομερό υπόγειο.» Κουνάει το κεφάλι του αργά. Η Λίσι νιώθει την κίνηση των μαλλιών του πάνω στο δέρμα της, νιώθει πόσο υγρά είναι. Από τον ιδρώτα, που σκεπάζει και το πρόσωπό του και είναι τόσο ανακατεμένος με δάκρυα, ώστε η Λίσι δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει.

«Δεν φαντάζεσαι πώς ήταν εκείνες οι τρεις εβδομάδες, Λίσι, ιδίως όταν ο μπαμπάς πήγαινε στη δουλειά κι εγώ έμενα μόνος μ’ αυτόν, μ’ αυτό…».

«Ο μπαμπάς σου πήγαινε στη δουλειά;».

«Eπρεπε να τρώμε, έτσι δεν είναι; Και να πληρώνουμε το πετρέλαιο, γιατί δεν μπορούσαμε να ζεστάνουμε όλο το σπίτι με ξύλα, αν και το προσπαθήσαμε, πίστεψέ με. Κυρίως δεν έπρεπε να μας υποψιαστεί ο κόσμος. Ο μπαμπάς μού τα εξήγησε όλα».

Πάω στοίχημα, σκέφτεται βλοσυρά η Λίσι, αλλά δεν λέει τίποτα.

«Είπα στον μπαμπά να τον κόψει για να βγει το δηλητήριο, όπως έκανε πάντα, και ο μπαμπάς είπε ότι ήταν μάταιο, ότι το κόψιμο δεν θα βοηθούσε καθόλου, γιατί η κακιά γλίτσα τού είχε πειράξει το μυαλό. Και ήξερα ότι έτσι ήταν. Εκείνο το πλάσμα όμως μπορούσε ακόμα να σκέφτεται, τουλάχιστον λιγάκι. Oταν ο μπαμπάς έφευγε, εκείνο φώναζε το όνομά μου. Eλεγε ότι μου είχε ετοιμάσει ένα μπουλ, ένα καλό μπουλ, και ότι το δώρο ήταν και σοκολάτα και άρσι κόλα. Μερικές φορές μάλιστα ακουγόταν τόσο πολύ σαν τον Πολ, που πήγαινα στην πόρτα του υπογείου, έβαζα το κεφάλι μου στο ξύλο και άκουγα, παρόλο που ήξερα ότι ήταν επικίνδυνο. Ο μπαμπάς έλεγε ότι ήταν επικίνδυνο, έλεγε να μην ακούω και να μένω πάντα μακριά από το υπόγειο όταν ήμουν μόνος, να βάζω τα δάχτυλά μου στα αυτιά μου και να λέω δυνατά προσευχές ή να φωνάζω “Πανάθεμά σε, μπάσταρδε, πανάθεμά σε, μπάσταρδε, πανάθεμά σε”, γιατί αυτό και οι προσευχές είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, σκέπαζαν τη φωνή του· αλλά δεν έπρεπε να ακούω γιατί, έλεγε, ο Πολ δεν υπήρχε πια, στο υπόγειο δεν υπήρχε παρά μόνο ένας δαίμονας των μπουλ από τη Χώρα των Μπουλ του Αίματος, κι έλεγε “Ο διάβολος μπορεί να σε μαγέψει, Σκουτ, κανένας δεν ξέρει καλύτερα από τους Λάντον, κι από τους Λαντρό νωρίτερα, πόσο μπορεί ο διάβολος να μαγεύει. Πρώτα μαγεύει το μυαλό και μετά τρώει την καρδιά”. Συνήθως έκανα ό,τι έλεγε, αλλά μερικές φορές πλησίαζα και άκουγα… και υποκρινόμουν ότι ήταν ο Πολ… επειδή τον αγαπούσα κι ήθελα να γυρίσει, όχι επειδή πίστευα αληθινά… και δεν τράβηξα ποτέ το μάνταλο».

Στο σημείο αυτό σωπαίνει για πολλή ώρα. Τα βαριά μαλλιά του κινούνται νευρικά πάνω στον λαιμό της και στο στήθος της, και τελικά, με σιγανή, απρόθυμη παιδική φωνή, λέει: «Μία φορά το έκανα… και δεν άνοιξα την πόρτα… δεν άνοιγα ποτέ την πόρτα του υπογείου αν δεν ήταν ο μπαμπάς στο σπίτι, κι όταν ήταν στο σπίτι, ο Πολ μόνο ούρλιαζε, κροτούσε τις αλυσίδες και μερικές φορές έκρωζε σαν κουκουβάγια. Κι όταν το έκανε αυτό, μερικές φορές ο μπαμπάς έκρωζε επίσης… ήταν κάπως αστείο, το πώς έκρωζε ο ένας στον άλλο… ο μπαμπάς στην κουζίνα και το… το πλάσμα… αλυσοδεμένο στο υπόγειο… κι εγώ φοβόμουν, παρότι ήξερα ότι ήταν αστείο, γιατί ήταν σαν να είχαν τρελαθεί και οι δύο… σαν να είχαν τρελαθεί και να κουβέντιαζαν, σαν κουκουβάγιες… και σκεφτόμουν: “Μόνο ένας έμεινε, εγώ. Μόνο ένας που δεν έχει την κακιά γλίτσα, κι αυτός δεν είναι καν έντεκα χρονών· και τι θα σκέφτονταν αν πήγαινα στου Μούλου και το έλεγα;”. Αλλά δεν ωφελούσε να σκέφτομαι για του Μούλου, γιατί αν ο μπαμπάς ήταν στο σπίτι, θα με κυνηγούσε και θα μ’ έσερνε πίσω. Κι αν δεν ήταν… αν με πίστευαν κι έρχονταν μαζί μου στο σπίτι, θα σκότωναν τον αδελφό μου… αν ήταν ο αδελφός μου ακόμα εκεί μέσα… κι εμένα θα με έπαιρναν… θα με έβαζαν στο πτωχοκομείο. Ο μπαμπάς έλεγε ότι αν δεν υπήρχε εκείνος να φροντίζει εμένα και τον Πολ, θα έπρεπε να πάμε στο πτωχοκομείο, όπου σου έβαζαν παραμάνα στο πουλί αν κατουριόσουν στο κρεβάτι… και τα μεγάλα αγόρια… έπρεπε όλη νύχτα να παίρνεις πίπα στα μεγάλα αγόρια…».

Σταματάει, παλεύει αιχμάλωτος ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Εξω από το Αντλερς ο άνεμος λυσσομανάει και το κτίριο βογκάει. Η Λίσι θέλει να πιστέψει πως ό,τι της λέει δεν μπορεί να είναι αλήθεια, πως είναι μια γελοία, φρικτή παιδική παραίσθηση, αλλά ξέρει ότι αληθεύει. Από την πρώτη ως την τελευταία φρικτή λέξη. Οταν συνεχίζει, τον ακούει να προσπαθεί να μιλήσει πάλι σαν ενήλικας, να ξαναγίνει ενήλικας.

«Υπάρχουν άνθρωποι σε ψυχιατρικά ιδρύματα, συχνά άνθρωποι που υπέστησαν ολέθρια τραύματα στον μετωπιαίο λοβό, που οπισθοδρομούν στην κατάσταση του ζώου. Εχω διαβάσει γι’ αυτό. Ομως είναι κάτι που συνήθως συμβαίνει σε βάθος χρόνου. Αλλά στον αδελφό μου συνέβη διαμιάς. Και, με το που έγινε, με το που διάβηκε εκείνο το όριο…».

Ο Σκοτ ξεροκαταπίνει. Ο ήχος στον λαιμό του είναι τόσο δυνατός όσο ενός διακόπτη που γυρίζει.

«Οταν κατέβαινα τα σκαλιά του υπογείου με το φαγητό του –κρέας και λαχανικά σ’ ένα στρογγυλό ταψί, όπως πηγαίνεις φαγητό σ’ έναν μεγάλο σκύλο, σ’ έναν μολοσσό ή σ’ ένα λυκόσκυλο–, ορμούσε τραβώντας τις αλυσίδες που τον κρατούσαν δεμένο στον στύλο, η μία γύρω από τον λαιμό του και η άλλη γύρω από τη μέση του, με σάλια να τινάζονται από τις άκρες του στόματός του, και μετά οι αλυσίδες τεντώνονταν κι αυτός τιναζόταν ουρλιάζοντας ακόμα, και γαβγίζοντας, σαν δαίμονας των μπουλ, μόνο πνιχτά μέχρι να ξαναβρεί την ανάσα του, αν καταλαβαίνεις».

«Καταλαβαίνω», του λέει με σβησμένη φωνή.

«Επρεπε να αφήνεις τον δίσκο στο δάπεδο –θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά εκείνου του βρομερού χώματος όταν έσκυβα· δεν θα την ξεχάσω ποτέ– και μετά να τον σπρώχνεις έως εκεί που τον έφτανε. Γι’ αυτή τη δουλειά είχαμε ένα σπασμένο στειλιάρι από τσουγκράνα. Δεν ήταν φρόνιμο να πλησιάζεις πολύ. Θα σε έγδερνε και μπορεί να σε άρπαζε. Δεν χρειαζόταν να μου πει ο μπαμπάς ότι αν με έπιανε, θα έτρωγε ό,τι μπορούσε από μένα, ενώ εγώ θα ζούσα ακόμα και θα ούρλιαζα. Κι αυτός ήταν ο αδελφός που μου ετοίμαζε τα μπουλ. Που με αγαπούσε. Χωρίς αυτόν δεν θα τα είχα καταφέρει. Χωρίς αυτόν ο μπαμπάς θα με είχε σκοτώσει προτού καν κλείσω τα πέντε, όχι επειδή το ήθελε, αλλά επειδή είχε τη δική του κακιά γλίτσα. Εγώ και ο Πολ, μαζί, τα καταφέραμε. Σαν δυο φιλαράκια. Καταλαβαίνεις;».

Η Λίσι κουνάει το κεφάλι της. Καταλαβαίνει.

«Μόνο που εκείνο τον Γενάρη το φιλαράκι μου ήταν αλυσοδεμένο στο υπόγειο –στον στύλο και στο τραπέζι με την τυπογραφική πρέσα– και μπορούσες να υπολογίσεις το όριο του κόσμου του από… από τα κόπρανα… εκεί που έφτανε τεντώνοντας τις αλυσίδες του… καθόταν στις φτέρνες του… κι έχεζε».

Για μια στιγμή βάζει τις χούφτες του στα μάτια του. Οι τένοντες στον λαιμό του πετάγονται. Αναπνέει από το στόμα· οι ανάσες του είναι παρατεταμένες, τραχιές, τρεμουλιαστές. Η Λίσι πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να τον ρωτήσει πού έμαθε να κρατά την οδύνη του βουβή· ότι τώρα ξέρει. Οταν είναι ήρεμος πάλι, τον ρωτάει: «Πώς τον αλυσόδεσε ο πατέρας σου; Θυμάσαι;».

«Θυμάμαι τα πάντα, Λίσι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ξέρω τα πάντα. Πέντ’ έξι φορές έβαλε κάτι στο φαγητό του Πολ, γι’ αυτό είμαι σίγουρος. Νομίζω ότι ήταν ηρεμιστικό για τα ζώα, αλλά για το πώς το βρήκε δεν έχω ιδέα. Ο Πολ καταβρόχθιζε ό,τι του δίναμε εκτός απ’ τα λαχανικά, και το φαγητό συνήθως τον έκανε επιθετικό. Ούρλιαζε, γάβγιζε, πηδούσε τριγύρω· έτρεχε τεντώνοντας τα δεσμά του, προσπαθούσε να τα σπάσει, φαντάζομαι, ή πηδούσε και χτυπούσε με τις γροθιές του το ταβάνι ώσπου οι αρθρώσεις του μάτωναν. Ισως προσπαθούσε να ξεφύγει ή απλώς να το διασκέδαζε. Μερικές φορές ξάπλωνε στο χώμα και αυνανιζόταν.

»Πού και πού όμως ήταν δραστήριος για δέκα δεκαπέντε λεπτά και μετά σταματούσε. Εκείνες πρέπει να ήταν οι φορές που ο μπαμπάς τού έδινε το ηρεμιστικό. Καθόταν στις φτέρνες του μουρμουρίζοντας και μετά έπεφτε στο πλάι, έβαζε τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια του και αποκοιμιόταν. Την πρώτη φορά που το έκανε, ο μπαμπάς τού φόρεσε εκείνες τις δύο δερμάτινες ζώνες που είχε φτιάξει, όμως εκείνη που έβαλε ο μπαμπάς στον λαιμό του Πολ δεν θα την έλεγες ζώνη αλλά περιλαίμιο, φαντάζομαι. (…) Ετσι αλυσοδέθηκε ο Πολ. Οταν ξύπνησε, έγινε έξω φρενών βλέποντας πώς ήταν δεμένος. Τράνταζε τόσο τις αλυσίδες, που νόμιζες ότι θα γκρεμίσει το σπίτι. Στεκόμασταν στο κεφαλόσκαλο και τον παρακολουθούσαμε, και ικέτευα τον μπαμπά να τον ελευθερώσει προτού σπάσει τον λαιμό του ή πνιγεί, αλλά εκείνος έλεγε ότι δεν θα πνιγόταν, και είχε δίκιο. Αυτό που συνέβη τρεις εβδομάδες αργότερα ήταν ότι άρχισε να τραβάει το τραπέζι, ακόμη και τον κεντρικό στύλο –τον ατσάλινο στύλο που στήριζε το πάτωμα της κουζίνας–, αλλά ούτε τον λαιμό του έσπασε ούτε πνίγηκε».