ΒΙΒΛΙΟ

Η μπαλάντα ενός δημοσιογράφου

i-mpalanta-enos-dimosiografoy-2029036

«​​​​Play it again, Sam», παίξ’ το ξανά, Σαμ. Η θρυλική φράση της Ινγκριντ Μπέργκμαν από την «Καζαμπλάνκα» του 1942 ― την οποία όμως δεν είπε ποτέ. «Play it, Sam. Play "As Time Goes By"» (Παίξ’ το, Σαμ. Παίξε το "Καθώς περνά ο χρόνος"), αυτή ήταν η ακριβής ατάκα της.

«Μικρή σημασία δεν έχει πώς ακριβώς το είπε;» με ρώτησε ο κύριος Γκρι, κρατώντας στα χέρια του το βιβλίο που πυροδότησε την αναπόλησή μας περί «Καζαμπλάνκας». Ο τίτλος του βιβλίου προφανώς και ήταν εμπνευσμένος από την ατάκα της Μπέργκμαν: «Play it again. An Αmateur against the Impossible» (Παίξ’ το ξανά. Ενας ερασιτέχνης ενάντια στο Αδύνατο – Vintage Books, 2014) του Αλαν Ράσμπριτζερ (Alan Rusbridger).

«Ξέρεις ποιος είναι ο Ράσμπριτζερ», είπε με έμφαση ο κύριος Γκρι. Δεν είχα διαβάσει το βιβλίο, ήξερα όμως ποιος είναι: ο εξηντάχρονος σήμερα διευθυντής του Guardian (από το 1995), εμπνευστής του υπέροχου ένθετου G2 και κύριος υπεύθυνος του εκπληκτικής ηλεκτρονικής έκδοσης της εφημερίδας. Επιπλέον, στον Ράσμπριτζερ πέρασε ο Σνόουντεν το πολύκροτο υλικό με τις παρακολουθήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης και ο πρώτος, παρά την ασφυκτική πίεση που του ασκήθηκε, δεν «έπνιξε» το θέμα. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία.

Ωστόσο, στο βιβλίο του ο Ράσμπριτζερ αφηγείται ένα άλλο του επίτευγμα. Πώς από τα τέλη του 2010 και καθ’ όλη τη διάρκεια του 2011, όντας ερασιτέχνης πιανίστας, ξεκίνησε μια τιτάνια προσπάθεια: να μάθει μέσα σε ένα χρόνο να παίζει την Μπαλάντα υπ’ αριθμ. 1 του Φρειδερίκου Σοπέν ― έργο που αποτελεί εφιάλτη για πολλούς επαγγελματίες πιανίστες.

2011. Αυτή ήταν η χρονιά κατά τη διάρκεια της οποίας οξύνθηκε η οικονομική κρίση στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ξέσπασε η Αραβική Ανοιξη, σημειώθηκε ο σεισμός και το τσουνάμι στη Φουκουσίμα, αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο με τα παγιδευμένα τηλέφωνα στο οποίο ήταν αναμεμειγμένη η βρετανική εφημερίδα News of the World (με αποτέλεσμα το κλείσιμό της) και, βέβαια, τότε ξέσπασε η υπόθεση Σνόουντεν.

Πολλή δουλειά, άγχος και ευθύνες για τον διευθυντή του Guardian. Κι όμως, ο Ράσμπριτζερ έθεσε στον εαυτό του ένα στόχο: κάθε μέρα, προτού εμπλακεί με τις διάφορες υποθέσεις της εφημερίδας ή εν μέσω διαλειμμάτων, να αφιερώνει είκοσι λεπτά εξάσκησης στο πιάνο για να τελειοποιήσει την εξοντωτικά απαιτητική σύνθεση του Σοπέν. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα πρέπει να εξασκείται σε ξενοδοχείο της Λιβύης, κι ενώ απέξω μαινόταν μια από τις πιο αιματηρές επαναστάσεις.

«Διάβασε την αφιέρωση του βιβλίου», με προέτρεψε ο κύριος Γκρι. «"Στη μακαρίτισσα μητέρα μου, Μπάρμπαρα Ράσμπριτζερ, η οποία με πίεζε να εξασκούμαι στο πιάνο, λέγοντάς μου ότι η μουσική θα με οδηγούσε σε νέες φιλίες. Είχε δίκιο". Βλέπεις, είτε πίσω από τον Μέγα Αλέξανδρο είτε πίσω από τον Τζ. Εντγκαρ Χούβερ, είτε πίσω από τον εκδότη του Guardian, είτε πίσω από εμάς τους δύο ασήμαντους, μια μάνα απλώνει τη σκιά της. Αλλά ας αφήσουμε αυτές τις μισο-εβραϊκές, μισο-ελληνικές γκρίνιες. Δεν είναι εκπληκτική η συμβουλή της νεκρής μητέρας ότι "η μουσική θα οδηγούσε σε νέες φιλίες;"».

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο αυτές τις μέρες ― είναι συναρπαστικό. Οχι μόνο για το θέμα του αλλά και για τη γραφή τού Ράσμπριτζερ. Και για τις φιλίες που δημιούργησε μέσω του Σοπέν. Ενα ημερολόγιο καταστρώματος που καταλήγει να είναι ημερολόγιο κατορθώματος. «Οχι όμως και πρωταθλητισμού», με διορθώνει ο κύριος Γκρι. «Δεν τον νοιάζουν τα νούμερα και δεν έχει σημασία αν τα καταφέρνει στο τέλος να παίξει το κομμάτι. Δεν θα σου πω όμως το τέλος. Εχει σασπένς».

Διαολίζομαι όταν συμβαίνει αλλά ο κύριος Γκρι είχε δίκιο που στάθηκε στη φράση της αείμνηστης κυρίας Ράσμπριτζερ. «Η μουσική οδηγεί σε νέες φιλίες». Σε σχέσεις ευρύτερα, θα πρόσθετα. Και βοηθά να εμβαθύνουμε στις ήδη υπάρχουσες. Η μουσική εξάλλου μ’ έφερε κάποτε κοντά με τον κύριο Γκρι. Και συνεχίζει να μας ενώνει. Οπως τώρα, που λαμβάνω στο μέιλ μου από εκείνον έναν Σοπέν μέσω YouTube: το Βαλς σε ντο δίεση ελάσσονα έργο 64, υπ’ αριθμ. 2.