ΒΙΒΛΙΟ

Λύσσα για ζωή

lyssa-gia-zoi-2063490

Η κοπέλα σκύβει και φιλάει τον Βολινσκί, ενώ εκείνος σκιτσάρει απορροφημένος. Φύλακας-άγγελος που στέκει από πάνω του σε κάποιον απροσδιόριστο παράδεισο. Είναι βέβαια μουσουλμάνα – και είναι πολύ όμορφη. Δίνει στον Βολινσκί ένα μητρικό φιλί. Θα μπορούσε όμως να είναι και το φιλί της κόρης προς τον πατέρα. Ή ένα πολύ ερωτικό φιλί της συζύγου ή της συντρόφου ή της ερωμένης, στον άνδρα που αγαπά.

Το σχέδιο που κοσμεί το σημερινό σημείωμα έκανε τον γύρο του κόσμου λίγες μόλις ημέρες μετά το φονικό Παρίσι. Ο Μίλο Μανάρα απέτισε τον δικό του φόρο τιμής στον κορυφαίο συνάδελφό του που έφυγε τόσο βάναυσα επειδή απλώς εξασκούσε την τέχνη του. Φέρει τη σφραγίδα του μεγάλου Ιταλού όχι μόνον επειδή η κοπέλα είναι πανέμορφη και υπέροχα ερωτική, μα κυρίως διότι η όλη σύνθεση αποπνέει αυτό τον ιδιαίτερο, χαρακτηριστικά «μαναρικό» συνδυασμό ερωτισμού και τρυφερότητας, πονηριάς και στοργής, έλλειψης και πληρότητας. Το απαλό αυτό φιλί θα μπορούσε να είναι φιλί καλωσορίσματος, φιλί διακοπής απ’ τη δουλειά για ένα ευχάριστο διάλειμμα, θα μπορούσε να είναι φιλί αποχαιρετισμού.

«Μα πώς το κάνει;» αναρωτιέται ο κύριος Γκρι – ο οποίος αλίευσε πρώτος το σχέδιο και μου το έστειλε. «Πώς το καταφέρνει ο Μανάρα; Μετά τόση βία να εμφανίζεται με αυτό το μικρό μεγάλο έργο και ο Βολινσκί να δείχνει πιο ζωντανός, πιο δημιουργικός από ποτέ, και η κοπέλα, μια μουσουλμάνα, να σκύβει από πάνω του σαν φύλακας-άγγελος, όπως ακριβώς το είπες – τι ειρωνεία, ε;»

Στα νιάτα μας, ανταλλάζαμε με τον κύριο Γκρι τεύχη της «Βαβέλ» και του «Παρά Πέντε». Ο Βολινσκί ήταν για εμάς ο μάγος μιας ιδιότυπης ασχήμιας, μέσω της οποίας στηλίτευε όλα όσα μας απωθούσαν. Γελούσαμε συναισθανόμενοι ότι κάτι άλλο, σοβαρότερο, σερνόταν από κάτω. Γελούσαμε και με τον Εντικα και διαφωνούσαμε ως προς το ποιος ήταν καλύτερος, ο Μανάρα ή ο Σερπιέρι. Ψηφίζαμε αν η πρωταγωνίστρια από το «Κουμπί της» ήταν πιο ερωτική από την Ντρούνα. Πότε κέρδιζε η μία, πότε η άλλη. Τελικώς ο Μανάρα κέρδισε λόγω ποσότητας: αυτή η απίστευτη πληθώρα μαγικών γυναικείων μορφών πήρε από το χέρι τη χυμώδη, λαχταριστή Ντρούνα του Σερπιέρι. Καμία τους δεν έμεινε απ’ έξω πάντως.

«Γι’ αυτό αγάπησα τύπους σαν τον Βολινσκί ή τον Μανάρα», σχολίασε ο κύριος Γκρι. «Γι’ αυτή τους τη μετεώριση ανάμεσα στον άνδρα και στο αγόρι, ανάμεσα στον ενήλικο και τον έφηβο, ανάμεσα στην απόφαση και στον δισταγμό, στην αβεβαιότητα και την αγωνία, στην απόφανση και τη διαρκή, αέναη διερώτηση, ανάμεσα στη δέσμευση και την αυτονομία, ανάμεσα στον μπαμπά-αρκούδο και τον μοναχικό λύκο. Ο Βολινσκί αγαπούσε τη ζωή και θα ήθελε πολύ να συνέχιζε να κάνει τις συσκέψεις του με τους άλλους συναδέλφους του, να σκιτσάρει και να φτιάχνει κόσμους. Κάποιοι δεν τον άφησαν. Του έκαναν όμως, χωρίς να το θέλουν, χωρίς κανένας να το θέλει, τη χάρη να πέσει όρθιος και αγέρωχος, σαν στρατιώτης στη μάχη. Και να έχει τόσους γλυκείς, τρυφερούς αποχαιρετισμούς – όπως αυτόν από τον Μανάρα».

Ρώτησα τον κύριο Γκρι με τι μουσική θα αποχαιρετίσουμε τον Βολινσκί, τον Σαρμπ, τον Καμπού, τους άλλους συναδέλφους του και τους δύο αστυνομικούς – εκ των οποίων ο ένας ήταν μουσουλμάνος κι έκανε τη δουλειά του. «Θα είναι κάτι της εποχής τους και γεμάτο από μιαν ατμόσφαιρα που νομίζω θα άρεσε στον Βολινσκί και στους φίλους του: το τραγούδι που έγραψε και ερμήνευσε τόσο εκπληκτικά ο Ζακ Μπρελ, το 1964, το “Amsterdam”. Είναι ερωτικό, είναι ευρωπαϊκό, είναι λιμανίσιο, είναι τρυφερό και είναι αγωνιώδες. Εχει αυτή τη λύσσα για ζωή».