ΒΙΒΛΙΟ

Τα κυδώνια της Προύσας

11s2gri1

 Ο κύριος Γκρι προσπάθησε να ψηλαφίσει νοερά τα ίχνη του παππού του, ταξιδεύοντας σ’ εκείνα τα χώματα. Στο λεωφορείο από το Αφιόν Καραχισάρ στο Εσκί Σεχίρ ξαναδιάβασε τη διήγηση με τον ερωτευμένο λοχαγό και την άπιστη σύζυγο, με την ατίθαση Ρωσίδα και τον επίσης ερωτευμένο παππού του, σκεπτόμενος πως καλούνταν να αποδείξουν πως ήσαν αληθινοί άνδρες σηκώνοντας όπλο για να σκοτώσουν άγνωστους, ξένους ανθρώπους. «Ο έρωτας, ο πόθος για μια γυναίκα, σε κάνει δειλό;» αναρωτιέται ο κύριος Γκρι. «Ή, απλώς, σου εξάπτει τη φαντασία;»

«Είμαι στο τραμ, στο κέντρο του Εσκί Σεχίρ», μου λέει μετά, «και παρατηρώ μια όμορφη κοπέλα με μαντίλα. Θέλησα να απλώσω το χέρι μου, να ξετυλίξω τη μαντίλα και να ξεκουμπώσω αυτήν τη στενή, ολόσωμη γκαμπαρντίνα που την έσφιγγε από τον λαιμό ώς τους αστραγάλους, ένα ένδυμα που φορούν φέροντας κατάσαρκα τη θρησκεία επάνω τους. Δεν ήταν απλώς μια ερωτική παρόρμηση αυτή που καταπίεσα, αλλά και μια ψευδαίσθηση δική μου ότι έτσι θα την απελευθερώσω. Τότε, ακούστηκε απ’ έξω το κάλεσμα του μουεζίνη. Αναρωτήθηκα αν η κοπέλα αισθανόταν άσχημα που δεν μπορούσε να προσευχηθεί μέσα στο τραμ. Αναρωτήθηκα ακόμη αν έκανε λάγνες σκέψεις, όπως θα μπορούσε να κάνει κάθε κοπέλα της ηλικίας της, ή αν βάραινε τη συνείδησή της το γεγονός ότι μπορεί αυτό το βαγόνι να την οδηγεί σε κάποιο αμαρτωλό ραντεβού. Ευχήθηκα να ήταν έτσι και για λίγο ένιωσα σαν φαντάρος στην εκστρατεία. Ιεροσυλία, ε;».

Ο Αγρινιώτης Αγαμέμνων Ευάγγ. Πολίτης μνημονεύει στην «Ελληνική Εκστρατεία στη Μικρά Ασία. Προσωπικές σελίδες ημερολογίου» πώς, εν μέσω της μαρτυρικής διάβασης της Αλμυράς Ερήμου, έπεσε σε ένα απομονωμένο τουρκικό χωριό, το Τσερτσίν. Γράφει: «Αι Χανούμ θαυμασίας ανατολικής καλλονής ετριγύριζον δίπλα απ’ τους καταυλισμούς μας χωρίς “φερεντζέ” για να δουν τον στρατόν μας και ευχαρίστως ελάμβανον ό,τι και αν ταις εχαρίζομεν». «Υποθέτω», σχολιάζει ο κύριος Γκρι, «ότι οι διψασμένοι νεαροί, οι παμβρώμικοι που έζεχναν από χιλιόμετρο, βρέθηκαν ξαφνικά σε μιαν αληθινή όαση. Τα κορίτσια πρέπει να ήταν βάλσαμο για πονεμένα μάτια. Νωρίτερα, την άνοιξη του ’21, στην Προύσα, ο παππούς σκαρφάλωσε στον λόφο με τους τάφους του Σουλεϊμάν και του Ορχάν, πέρασε και από το τζαμί με τον τάφο του Βαγιατζίτ θαυμάζοντας τα πράσινα πλακάκια από σμάλτο της Κιουτάχειας, ώσπου τρύπωσε στην πίσω αυλή ενός σπιτιού για να κλέψει κυδώνια. Εκεί, είδε τη Νενουφάρ (το όνομά της το έμαθε αργότερα, σε κάποιες από τις άλλες εξορμήσεις του για ανεφοδιασμό στην Προύσα). Ο πατέρας της άφαντος και η μάνα της έκανε τα στραβά μάτια, ίσως επειδή φοβόταν τους Ελληνες». Κάθε φορά που ο δεκανέας σιτιστής περνούσε απ’ το σπίτι, η Νενουφάρ του έδινε γιαούρτι, αποξηραμένα σύκα και λουκούμια με θρυμματισμένο αμύγδαλο, και κάποτε, καθώς μάζευε το κορίτσι κεράσια, την έσφιξε από τη μέση. Η κοπέλα αφέθηκε στην ορμή του. Θα θυμόταν αργότερα, καταμεσής της Αλμυράς Ερήμου, με πόνο αυτή τη στιγμή παραδείσιας απλότητας, στην ξερή αλατισμένη απεραντοσύνη όπου, πυρωμένος από την ηλίαση και τη δίψα, άφησε σαν το φίδι τον παλιό του εαυτό. (Συνεχίζεται)