ΒΙΒΛΙΟ

Το τραγούδι της Ερικα

to-tragoydi-tis-erika-2119123

​​​​Γεννήθηκα κάποια στιγμή το 1944. Δεν ξέρω πότε είναι τα γενέθλιά μου. Δεν ξέρω τι όνομα μου έδωσαν. Δεν ξέρω σε ποια πόλη γεννήθηκα, ούτε σε ποια χώρα. Δεν ξέρω αν είχα αδέλφια. Το μόνο που ξέρω είναι πως ήμουν μωρό, λίγων μηνών, όταν σώθηκα από το Ολοκαύτωμα». Ο κύριος Γκρι διαβάζει χαμηλόφωνα, όταν σταματά ξαφνικά και λέει: «Η εικόνα είναι αυτή: ένα βρέφος, λίγων μόλις μηνών, φασκιωμένο καλά μέσα σε μια χοντρή κουβέρτα, πετάγεται από το τρένο, μέσα από ένα στενό άνοιγμα με συρματόπλεγμα, και προσγειώνεται ανώμαλα, ολομόναχο πια, στο παχύ γρασίδι. Το μωρό, ένα μικρό κοριτσάκι, το πετάει σε μια στιγμή απελπισίας και ελπίδας συνάμα, η ίδια του η μάνα, έγκλειστη στο βαγόνι, στοιβαγμένη μαζί με δεκάδες άλλους ανθρώπους που τους οδηγούν σε κάποιο στρατόπεδο».

Η Ruth Vander Zee συναντά τυχαία το 1995 στο Ρότενμπουργκ, μια μεσαιωνική γερμανική κωμόπολη, την πενηντάχρονη Ερικα, η οποία της αφηγείται πώς γλίτωσε απ’ τα κρεματόρια, σε αντίθεση με τους γονείς της, και η Ruth Vander Zee τολμά να αποτυπώσει την αφήγηση της Ερικα σε ένα βιβλίο όχι για ενηλίκους μα για παιδιά: το «Ερικα», με τη συμβολή του Roberto Innocenti στην εικονογράφηση.

Ο κύριος Γκρι μού δίνει να περιεργαστώ την ιδιαίτερα φροντισμένη, καλαίσθητη ελληνική έκδοση από το Καλειδοσκόπιο, σε μετάφραση της παιδαγωγού και κριτικού λογοτεχνίας για παιδιά Μαρίζας Ντεκάστρο. Αυτό, σκέφτομαι, δεν είναι απλώς ένα ακόμα βιβλίο για το Ολοκαύτωμα και κοιτώ μία από τις εξαιρετικές ζωγραφιές του Innocenti (σαν παλιά, επεξεργασμένη φωτογραφία σε σέπια), όπου το τρένο εγκαταλείπει τον σταθμό, στην άδεια πλατφόρμα του οποίου διακρίνεται μόνο και ξεχασμένο ένα κενό παιδικό καροτσάκι.

Το μωρό που ήταν στο καροτσάκι και που μετά βρέθηκε σε ένα από τα φρικτά βαγόνια και, στο τέλος, πετάχτηκε από τη μητέρα του για να το μαζέψει μια οικογένεια και να το μεγαλώσει, σώθηκε πράγματι. Βαφτίστηκε Ερικα, μεγάλωσε, ερωτεύθηκε έναν θαυμάσιο άνδρα, όπως λέει, ο οποίος της έδιωξε τη λύπη από μέσα της, και γέννησε η ίδια ζωή. «Το αστέρι μου λάμπει ξανά», παραδέχεται στο τέλος. Είναι μια εικόνα που σφύζει από ζωή και έναστρους ουρανούς – «μα που συνδέεται με εκείνο, το άλλο, το αστέρι, το κίτρινο αστέρι που κοσμεί ανάγλυφα το εξώφυλλο του βιβλίου, το αστέρι που φορούσαν στο πέτο οι γονείς της Ερικα, που δεν την έλεγαν Ερικα μα που δεν είχε την τύχη του ενάμισι εκατομμυρίου των παιδιών που χάθηκαν από τις χώρες της Ευρώπης που κατέλαβαν οι Γερμανοί», σχολιάζει με νόημα ο κύριος Γκρι.

Επιστρέφω στην εικόνα με το αδειανό παιδικό καροτσάκι στον σιωπηλό σιδηροδρομικό σταθμό (απ’ όπου και η εικόνα του σημερινού σημειώματος) και ζητώ από τον κύριο Γκρι να βάλει τη μουσική της ημέρας. «Ενεκα και της Παγκόσμιας Ημέρας Ολοκαυτώματος, σε λίγες ημέρες (στις 27 Ιανουαρίου)», ψιθυρίζει, «ακούμε τη Συμφωνία υπ’ αριθμ. 3, των Λυπημένων Τραγουδιών, του Πολωνού Χένρικ Γκορέτσκι». Ο κύριος Γκρι χαμηλώνει και πάλι το βλέμμα, επιστρέφει στο βιβλίο και διαβάζει δυνατά μια κουβέντα της Ερικα: «Πηγαίνοντας προς τον θάνατο, η μητέρα μου με πέταξε πίσω στη ζωή».