ΒΙΒΛΙΟ

Η ψυχανάλυση σαν μυθιστόρημα

kritiki1

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΔΗΣ
Το πρωτάκι
εκδ. Καστανιώτη

Π​​ώς αποτυπώνει ένας αναλυτής την εμπειρία του, χωρίς να καταφύγει στην αποθαρρυντική, για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την ψυχανάλυση, ορολογία; Πώς μετατρέπει σε μυθιστόρημα ό,τι δεν είναι παρά μια διαδικασία που δεν προσφέρεται στην αφήγηση, που αντιστέκεται στην τιθάσευσή της μέσω της γραφής; Πώς, δηλαδή, μεταδίδει την κίνηση μιας ψυχανάλυσης; Μ’ ένα μονάχα τρόπο: αφήνοντας να ακουστεί η φωνή του άλλου, μέσω της δικής του φωνής.

Διαβάζοντας το «Πρωτάκι» σκεφτόμουν συνεχώς ότι δεν είναι τόσο η θεωρητική γνώση που φωτίζει την περιγραφόμενη διαδικασία όσο το βίωμα: τα παιδιά που εποικούν τις σελίδες της νουβέλας του δεν είναι για τον συγγραφέα «περιπτώσεις», αλλά πρόσωπα και σώματα που υποφέρουν. Παιδιά που προσπαθούν να κερδίσουν την υπόσταση του ενηλίκου, ενάντια σε όσα απειλούν να την παρεμποδίσουν, να τη διαστρεβλώσουν, να λειτουργήσουν εις βάρος της πορείας «προς το μέλλει γενέσθαι τους», όπως θα έλεγε και η Φρανσουάζ Ντολτό.

Ενα παιδάκι είναι ο ήρωας του Θ. Αλεξανδρίδη, ένα πρωτάκι, που ψηλαφεί τον κόσμο. Μοιάζει καλά εγκατεστημένο στην τριγωνική σχέση με τους γονείς του, δεν του λείπουν οι φίλοι (η μικρή Στελλίτσα τού χαρίζει την αποκλειστική εύνοιά της) αλλά καθώς είναι χαρισματικό, προικισμένο με πρόωρη ευφυΐα, πνίγεται από μια γνώση που πρέπει να αποκρύψει για να μη διαφέρει από τα άλλα παιδιά, πιέζεται να αποσιωπήσει τον εαυτό του για να γίνει αποδεκτό, αμφισβητεί την αυθεντία των μεγάλων, απειθαρχεί, ανατρέπει (ομολογουμένως ευφυέστατα) την κρατούσα τάξη. Οι δάσκαλοι παρακολουθούν αμήχανοι, σχεδόν φοβισμένοι. Το σχολείο δεν έρχεται να ενθαρρύνει τις ανταλλαγές του με την ομάδα και ως εκ τούτου την πρόσβασή του στον πολιτισμό, ούτε είναι σε θέση να το απελευθερώσει από τις οιδιπόδειες δοκιμασίες του υποστηρίζοντας τις ικανότητές του για μετουσίωση. Αντίθετα, τονίζει τη «διαφορά» του, κι έτσι το απομονώνει, το εξορίζει από τη συλλογικότητα, το απορρυθμίζει. «Νιώθω πολύ μόνος», εκμυστηρεύεται το πρωτάκι, όταν του αλλάζουν θέση μετά την πανωλεθρία της σχολικής γιορτής για την επέτειο του «Οχι», και το βάζουν να καθίσει δίπλα στον αμίλητο Μαξ, έναν συμμαθητή του που πάσχει από σύνδρομο Ασπεργκερ. Ωστόσο, η παρουσία του Μαξ θα αποδειχθεί θετική: το ένα παιδί θα λειτουργήσει ως σωσίας για το άλλο, ως ο άλλος-όμοιος, ο άλλος του καθρέφτη, ένα υπαρξιακό αντίκρισμα μέσα από το οποίο το καθένα θα καταφέρει να συλλάβει τον εαυτό του.

Ο Μαξ θα βοηθήσει τον μικρό ήρωα να διαπραγματευτεί τη μοναξιά του, κι από κοντά, ο ψυχαναλυτής παππούς, ένα πρόσωπο με βαρύνουσα σημασία στη ζωή του παιδιού, θα παρέμβει στην πιο κρίσιμη στιγμή: γιατί καθώς το σχολείο αδυνατεί να εμβολιάσει το παιδί ενάντια στη δυσθυμία και τη μοναξιά και οι γονείς παρακολουθούν αμήχανοι και μπερδεμένοι, εκείνο μετεωρίζεται ανάμεσα στην αυτοαποδοκιμασία και την ενοχή, καταβεβλημένο από το άγχος, τα τρομακτικά όνειρα, κάποτε την υπνοβασία, αλλά κυρίως από τις ορμές επιθυμίας που το κατακλύζουν χωρίς να μπορεί ακόμη να εκφράσει τα αισθήματα που τις περιβάλλουν. Ο παππούς ψυχαναλύει το παιδί και με τη συνδρομή του ο μικρός επιλύει το οιδιπόδειο, αποκτά εσωτερική ενότητα, είναι πλέον σε θέση να συγκροτήσει την ταυτότητά του.

Ο Ζ.Π. Πονταλίς, στο βιβλίο του «Η δύναμη της έλξης», μιλάει για τις δυσκολίες που πρέπει να υπερπηδήσει ένας αναλυτής για να καταφέρει να μεταδώσει διά της γραφής κάτι από το δράμα που παίζεται στη σκηνή της ανάλυσης και κατασκευάζεται μπροστά του, με τη συμμετοχή του. Μιλάει για «τυραννική έγνοια» για να βρεθεί η σωστή λέξη, σωστή, όχι με την έννοια της ακριβούς σημασίας, αλλά με την έννοια μιας λέξης που κάνει το σωστό. Και οι λέξεις του Θ. Αλεξανδρίδη «κάνουν το σωστό». Διαστίζοντας με χιούμορ την απόλυτη σοβαρότητα της μυθοπλασίας του, περιβάλλοντας τους ήρωές του με καλόγνωμη, επιεική τρυφερότητα και μη ορρωδώντας μπροστά στην αποτύπωση της οδύνης, ο Θ. Αλεξανδρίδης καταφέρνει να μυθιστορηματοποιήσει μια δύσκολη φάση της ψυχονοητικής ανάπτυξης του ανθρώπου, δίνοντας «μορφή στο άμορφο και βάση στο ευμετάβλητο».