ΒΙΒΛΙΟ

Η Σαπφώ στις Πλειάδες

i-sapfo-stis-pleiades-2134418

Δ​​​​έδυκε μεν α σελάννα και/ Πληιάδες· μέσαι δε/ νύκτες, παρά δ’ έρχετ’ ώρα,/ εγώ δε μόνα κατεύδω». Μετάφραση: Η Σελήνη έδυσε κι η Πούλια· είναι μεσάνυχτα, η ώρα περνά κι εγώ κοιμάμαι μόνη (από το prkls.blogspot.gr). Ο Αμερικανός δημοσιογράφος, συγγραφέας και μουσικός Κλάιβ Τόμσον γράφει πως μέσα σε ελάχιστες γραμμές η αρχαία Ελληνίδα ποιήτρια Σαπφώ «αποτυπώνει τη μελαγχολία της μέσης ηλικίας έχοντας ως φόντο τον νυχτερινό ουρανό».

Ο κύριος Γκρι λέει πως θα προτιμούσε στη νεοελληνική μετάφραση να διατηρηθεί η αστρονομική –«μα εξόχως ποιητική»– λέξη «Πλειάδες» αντί της λαοφίλητης «Πούλιας». Ακούγοντάς τον, θυμάμαι τον Οδυσσέα Ελύτη να γράφει: «Φεγγάρι της Σαπφώς, ναι· Σελήνη του Αρμστρονγκ, όχι». Του το αναφέρω, μα ο κύριος Γκρι μου κάνει νόημα να κοιτάξω μια είδηση: δύο Αμερικανοί επιστήμονες επιβεβαίωσαν τα αστρονομικά φαινόμενα που αναφέρει η ποιήτρια βασιζόμενοι στις λιγοστές πληροφορίες που δίνει στο ποίημα, προσδιορίζοντας την εποχή κατά την οποία το έγραψε.

Η πρώτη πληροφορία είναι οι Πλειάδες, που χάνονται από τον ορίζοντα λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Οι επιστήμονες πήραν ως βάση το έτος 570 π.Χ., πιθανή χρονιά του θανάτου της, υπολογίζοντας τις απόψεις φιλολόγων πως την περίοδο που έγραψε το ποίημα ζούσε στη Μυτιλήνη. Επειτα, μέσω υπολογιστών, οπτικοποίησαν τον ουρανό προκειμένου να έχουν την εικόνα που πρέπει να είχε η Σαπφώ.
Αυτό που βρήκαν ήταν ότι η ποιήτρια μπορούσε να παρατηρεί τις Πλειάδες λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, πριν από τις 25 Ιανουαρίου και έως τις 6 Απριλίου, περίοδο κατά την οποία γράφηκε το εν λόγω ποίημα. Μία από τις λίγες φορές που ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να αποτελέσει βάσιμο τεκμήριο για αστρονομικά φαινόμενα.

Ο κύριος Γκρι λέει πως το ποίημα θυμίζει ιαπωνικό χαϊκού: μια μεσήλικη γυναίκα, μόνη στο δωμάτιό της, που παρατηρεί τον έναστρο ουρανό. «Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω», κατά τον όψιμο ελυτικό στίχο, από αυτούς που προτιμά ο κύριος Γκρι. «Η Σαπφώ μου θυμίζει εικόνες του Εντουαρντ Χόπερ», λέει έπειτα. «Πρώτη εκδοχή: μοναχικές, ξάγρυπνες, θλιμμένες γυναικείες φιγούρες σε κάποιο δωμάτιο, ο ουρανός απ’ έξω, κι αυτές χαμένες στη νοσταλγία του ρευστού, άφαντου εραστή· ή του παιδιού που δεν ήρθε ποτέ, με την επιδερμίδα να γεμίζει τεμνόμενες ευθείες χρόνων περασμένων. Δεύτερη εκδοχή: το ποίημα είναι η ονειροπόληση μιας γυναίκας χορτασμένης από εραστές, από επιθυμίες και ανάγκες, που, επιτέλους, “κοιμάται μόνη”. Η ώρα περνά κι εκείνη αδημονεί να ξημερώσει για να αδράξει και πάλι την ημέρα».
Παύση· κι έπειτα: «Πριν από μια βδομάδα δεν συζητούσαμε για τη σχέση της υπαρξιακής αγωνίας του Καμί με τις πιο τρελές θεωρίες της αστροφυσικής; Κοίτα και τώρα, πόσο όμορφα “κουμπώνει” η αστρονομία με τη Σαπφώ. Ξέρεις, με όλο τον σεβασμό, δεν πιστεύω σε αυτό που είχε γράψει ο Ελύτης. Εγώ λέω: ΚΑΙ το φεγγάρι της Σαπφώς ΚΑΙ η Σελήνη του Αρμστρονγκ. Αυτή η ποίηση». Και από μουσική; Α, εύκολο. Η Μπίλι Χόλιντεϊ στο «Solitude» για την πρώτη εκδοχή· και για τη δεύτερη, το «On the Nature of Daylight» του Μαξ Ρίχτερ.