ΒΙΒΛΙΟ

Ο έρωτας ως συνύπαρξη

o-erotas-os-synyparxi-2169685

ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Φιλί της ζωής
εκδ. Κίχλη

Κ​​​​υριακή απόγευμα ξυπνάς αργά/ Από ύπνο πιο βαθύ από λήθαργο. Το χέρι σου μες στην αριστερά μου/ Μουδιασμένο.// Από μακριά ήχοι της πόλης/ Κατακαθίζει το σκοτάδι χαμηλά/ Τον τόνο δίνοντας/ Κι εμείς αργά μαζί του λάμνουμε // Μας περιμένει η κοινή ζωή/ Ζωή δική μας με τους άλλους/ Ζωή στη γη νυχθημερόν/ Που προελαύνει και περιστρέφεται μαζί της/ Μετέωρη μέσα στα χάη».

Είναι το τελευταίο ποίημα της συλλογής του Θανάση Χατζόπουλου: δυο σώματα αγκαλιασμένα στην οικειότητα του κοινού κρεβατιού, μέσα στην εύθραυστη σιωπή που απορρέει από την αλχημεία των ταυτίσεων, εκείθεν της ηδονής, πέραν της επιθυμίας. Ο χώρος διαστέλλεται, γίνεται άπειρος: «Μέσα στο χάδι σου από μικρός/ ο χρόνος μεγαλώνει/ σαν παιδί/ κι ο ορίζοντας πλαταίνει», διαβάζουμε. Και ο διεσταλμένος χρόνος, χάρη στη φαντασιακή ένωση με το αγαπώμενο πρόσωπο, εξισώνεται με τον άπειρο χώρο ενός υπερανθρώπινου ψυχισμού, πυκνώνει από την επίκληση ενός ιδανικού οράματος, όπου και θα συντελεστεί το «εμείς», η κατορθωμένη αγάπη, ο πραγματωμένος δεσμός, και η στιγμή, η ερωτική στιγμή, θα γίνει αιωνιότητα.

Εχει προηγηθεί, βεβαίως, η ένταση της ερωτικής συνάντησης, κράμα ηδονής και επαγγελίας, η εγκατάλειψη σ’ έναν περίκλειστο, ιδιωτικό κόσμο, όπου κυριαρχεί η σωματική, η αισθησιακή απόλαυση. Είναι ένας κόσμος που πάλλεται από την επιθυμία του ερωτευμένου να διασχίσει τα όρια του εαυτού, να πάψει να είναι αδιαίρετος, να χαθεί μέσα στον άλλο, για τον άλλο. Ενας κόσμος που μοιάζει με κήπο πλάι σε νερό: φωτοσκιάσεις, κυματισμοί, κάψα και δροσιά, ιριδισμοί και αποχρώσεις, αλλά και μέτρα, ρυθμοί και παύσεις – μια συναισθησιακή κατάσταση που μας θυμίζει εκείνο τον στίχο του Μποντλέρ: «Ω μυστική μεταμόρφωση/ όλων μου των αισθήσεων που έσμιξαν σε μία». Ενας κόσμος όπου τους εραστές τους ενώνει ό,τι και τα παιδιά: το παιχνίδι και το μυστικό.

Ο έρωτας στον Θανάση Χατζόπουλο είναι έξαρση, παραφορά, εκμηδένιση μέσα στον άλλον και διά του άλλου, αλλά δεν είναι ποτέ κατάσταση κρίσης ή κατάρρευσης. Ο πόνος δεν απουσιάζει, κάθε άλλο, αφού μέσα στη θαυματουργή περιπέτεια που είναι ο έρωτας καραδοκεί η φθορά, το τέλος. Ομως η περιπέτεια αυτή μπορεί να γίνει πηγή ανανέωσης, να αναπλάσει, να ανασυστήσει, να αναγεννήσει ένα σώμα, έναν ψυχισμό, μια ζωή. «Κι εκεί όπου πριν δεν στάθηκε άλλος κανείς/ να συντροφέψει της θλίψης μου/ τις κακουχίες, τα μέχρι τώρα απαθή/ βαφτίζεις πλάι στις όχθες της ζωής/ λυμένα σε ονόματα/ και τα αφήνεις ν’ αποπλέουν/ πλεούμενα της ίασης/ ιάματα της ζωής της βιαστικής/ της μασκοφόρου».

Στις παλαιότερες ποιητικές συλλογές του Θανάση Χατζόπουλου είχαμε παρακολουθήσει την κατάργηση του πρώτου προσώπου, που λειτουργούσε σαν ένα νεύμα προς τον αναγνώστη, ένα κέντρισμα για να αφυπνιστεί και να συμμετάσχει στην καθολικότητα του υπαρξιακού δράματος. Ηδη από το «Πρόσωπο με τη γη», όμως, και παρά την απουσία και σ’ αυτήν τη συλλογή του πρώτου προσώπου, το ποιητικό υποκείμενο είναι πιο αισθητά παρόν – και τώρα, στο «Φιλί της ζωής» γίνεται εμφατικά παρόν. Μέσα στη διαπεραστική ευθραυστότητα και τη γαλήνια δύναμη που αναδύεται από τον χείμαρρο του έρωτα, το Εγώ δεν γίνεται ποτέ υπερβολικό, ούτε σε υπεροψία ούτε σε ταπεινότητα. Υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στα σθένη του ζεύγους – το εγώ και το εσύ συμβαδίζουν. Και κυρίως δεν είναι ποτέ μοναχικό, να πασχίζει για ένα κοινό μέτρο με τον άλλον και να μη το βρίσκει, να διαπιστώνει ότι το σημείο της συνάντησής τους είναι επ’ άπειρον μετατοπιζόμενο. Εδώ ο έρωτας δεν είναι μοναχικός, γιατί δεν είναι ανεπικοινώνητος. Το θαύμα γεννιέται από την αδιάκοπη εξερεύνηση της άγνωστης επικράτειας που είναι το άλλο πρόσωπο, της έκπληξης που συνέχεια επιφυλάσσει στον ερωτευμένο – και οι μεταρσιωτικές στιγμές των συνευρέσεων είναι τόσο μεστές, που βρίσκουν την οδό προς τον λόγο. Η ποιητική αποτύπωση αυτού του θαύματος γίνεται με τη συγκίνηση του σωματικού συνεπαρμού, αλλά και με τη συνδρομή της σκέψης, μιας σκέψης που είναι πάντα σε εγρήγορση, διαυγής στην ορμή της, πυκνή στην βαθύτητά της, και συνάμα ελεύθερη, εύπλαστη, μουσική, που ρέει ανεμπόδιστα σαν τραγούδι.