LIFE

«Μ» για το μελεκούνι

m-gia-to-melekoyni-561176389

«Α» για την αθερινόπιτα και τα αμυγδαλωτά. «Λ» για τα λαλάγγια και τη Λήμνο. «Τ» για τους ταρσανάδες και τον Τσάνταλη. «Χ» για τα χλωροκούκια και την Παναγιά τη Χοζοβιώτισσα. Πεντακόσια λήμματα, επτακόσιες φωτογραφίες. Ανθρωποι, τόποι, παραγωγοί και προϊόντα, μοναστήρια και τσιπουράδικα, γεύσεις και συναισθήματα, δρώμενα και πανηγύρια, ένας απίστευτος πλούτος, ένα πολύτιμο δώρο σε όποιον αγαπάει την Ελλάδα, σε όποιον θέλει να τη γνωρίσει σε βάθος, να την καταλάβει και να την αγαπήσει. 

Το «Αλφαβητάρι Ελληνικής Γαστρονομίας» του Γιώργου Πίττα είναι έργο ζωής, όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου, και γεννήθηκε από μια ιδέα που κλωθογύριζε στο μυαλό του καιρό. Να φτιάξει έναν πλήρη, εύχρηστο και ευσύνοπτο οδηγό για τους τόπους, τα προϊόντα, τον γαστρονομικό πολιτισμό και τους ανθρώπους της Ελλάδας. Η πρώτη καραντίνα της πανδημίας και οι περιορισμοί που επέβαλε ο κορωνοϊός στις μετακινήσεις, έδωσαν την ευκαιρία για άλλου είδους ταξίδια. Η ιδέα του κάρπισε και τα είκοσι χρόνια που ο Γιώργος Πίττας γυρίζει την Ελλάδα από τη μια γωνιά στην άλλη, σε χωράφια και παραγωγούς, ταβέρνες και καφενεία, όρη και νησιά, οινοποιεία και μπακάλικα, χώρεσαν σε 384 σελίδες. 

Πραγματικά βρίσκει κανείς θησαυρούς σ’ αυτό το λεξικό. Μύθους και αφηγήματα. Ιστορίες για μοναδικά προϊόντα και τις περιπέτειές τους πριν αυτά στεριώσουν στην ελληνική διατροφή. Πρόσωπα που έχουν αφήσει ισχυρό αποτύπωμα, επαγγελματίες του οίνου, μάγειρες, ξενοδόχους. Αλλά και αναφορές στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική και τη σχέση της με τη γαστρονομία, την ποίηση και το δημοτικό τραγούδι που υμνούν φυτά και τρόφιμα. 
Πέντε εισαγωγικά άρθρα, «Περί γαστρονομίας», «Αρχαία ελληνική κουζίνα», «Η κουζίνα στο Βυζάντιο», «Η κρίσιμη τριακονταετία 1990-2020» και «Γαστρονομία και Τουρισμός», βάζουν τα θεμέλια για ό,τι ακολουθεί στις υπόλοιπες σελίδες του βιβλίου. Το «Αλφαβητάρι Ελληνικής Γαστρονομίας» δεν φιλοδοξεί να συμπεριλάβει τα πάντα. «Κάποια θέματα που υπάρχουν στην ύλη μπορεί να μην τα βρει κανείς πουθενά αλλού. Κάποια άλλα, σημαντικά, ίσως να μην έχουν συμπεριληφθεί καν», ομολογεί ο ίδιος ο συγγραφέας. Οπως και να έχει, πρόκειται για μια σπουδαία δουλειά, ένα όπλο στα χέρια της «γαστρονομικής διπλωματίας», ένα ανάγνωσμα στο οποίο μπορείς να ανατρέχεις ξανά και ξανά.