ΠΟΛΗ

Αθόρυβες διαδρομές στα στενά των Αμπελοκήπων

Η απλότητα και η ευγένεια της αθηναϊκής συνοικίας. Οδός Δασκαλάκη, Αμπελόκηποι.  Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Θα μπορούσε κανείς να δει με τη φαντασία του τις φωτογραφίες του γάμου, τα πρώτα γενέθλια, τη φωτογραφία από την προπαίδευση ή την έξοδο με τον πρώτο μισθό… σαν μικρά εικονίσματα να τρεμοσβήνουν στα περβάζια των παραθύρων, στη σκιά των σκονισμένων δέντρων στις συνεχόμενες αυλές. Αν περπατούσα στα δρομάκια των Αμπελοκήπων ώς το 1970, θα έβλεπα τα σπίτια που έφτιαξαν αυτή τη γειτονιά, σε αρραγή μέτωπα, ανισοϋψή, με πόρτες ξύλινες και σιδερένιες, με ελάχιστα αυτοκίνητα, πολλές γάτες, χωματόδρομους και παιδιά στον δρόμο. Αυτές οι όχι και τόσο μακρινές εικόνες, αν τις δει κανείς σαν ιστορικό χρόνο, επιζούν ως ανάμνηση στους παλαιότερους και ζωντανεύουν μόλις αστράψει στο βλέμμα η θέα ενός παλιού σπιτιού. Γύριζα πάνω – κάτω στην Αγία Τριάδα, προς την Τρικάλων και τη Μεσσηνίας, και μετά απέναντι, ώς τις παρυφές της Πανόρμου, με τις διώροφες προσφυγικές μικρο-πολυκατοικίες, με εκείνη την παλιοκαιρισμένη ώχρα… Και ήταν μια εξερεύνηση από την αρχή, γιατί περπατούσα χωρίς «αποσκευές», ήμουν αέρινος και ελαφρύς, μπαινόβγαινα σε ονειροφαντασίες, ανάμεσα στις πολυκατοικίες του 1965 και του 1973. Εκεί, αχνοφαίνονταν, σαν σε οάσεις, σε αστικές λίμνες μιας απροσδόκητης ακινησίας, τα σπίτια που χτίστηκαν μετά το 1923, μετά το 1935, ακόμη και μετά το 1950.

Απέριττα, με μια συμπαθή συστολή απέναντι στον φόρτο της αστικής επίδειξης, τα σπίτια των Αμπελοκήπων, αυτά που γέμιζαν τη συνοικία, στη σκιά των πυργόσπιτων, των ναών και των χέρσων οικοπέδων, ήταν σπίτια μιας νοικοκυρίστικης ευπρέπειας, ήταν σπίτια που μύριζαν λάτρα. Λίγα από αυτά πρόλαβαν να γεράσουν. Αρχισαν να πέφτουν όταν ήταν 30 και 40 και 50 χρόνων, σπίτια του Μεσοπολέμου, μερικά «αξιώσεων» όπως έλεγαν κάποτε, και άλλα, ταπεινά, πιο απλά, αλλά και αυτά νόστιμα και γλυκά μέσα στη φυσική αδεξιότητά τους. Χωρίς να το σχεδιάσω, παρασυρμένος από τις πράσινες αλέες που σχημάτιζαν οι ακακίες, αψίδες που τις λυγούσε ο άνεμος του Οκτωβρίου, με εκείνο το χλιαρό φύσημα, βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω καλά καλά να περπατάω στην οδό Δασκαλάκη. Την πήρα από την οδό Τρικάλων και την έφτασα ώς ένα σημείο. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα που με γοήτευε, και δεν υπήρχαν να πεις ούτε αξιοθέατα, ούτε μνημεία, ούτε κάτι που αντικειμενικά θα έκανε έναν διαβάτη να κοντοσταθεί. Ημουν βυθισμένος σε εκείνο τον ευγενή μέσο όρο των Αμπελοκήπων, που εκείνη τη στιγμή μού φάνηκε ελκυστικός, φωτεινός και κατά τόπους απρόσμενα ανθρώπινος. Ανάμεσα στις παλιωμένες πολυκατοικίες, με τη φαιά πατίνα τους, έβλεπα τα διώροφα του 1937 και του 1950, με την αυλή μπροστά και τους θάμνους και τον κισσό μέσα σε μια σιωπηλή και απολύτως φυσική συμβίωση. Ηταν σπίτια που δεν ιστοριογραφούν την πόλη ένα προς ένα, αλλά όλα μαζί σιγοψιθυρίζουν διηγήσεις ακόμη πιο σημαντικές. Μια πόρτα, βαριά, από τις σιδερένιες τις προπολεμικές, έτριξε και ένα πιατάκι φαγητό για τις γάτες εμφανίστηκε στο μωσαϊκό. Ο ήλιος χάιδευε τις προσόψεις, μια παρέα ανδρών ήταν μαζεμένη για το Τζόκερ στο πρακτορείο της γωνίας, δύο γυναίκες πιασμένες αγκαζέ βάδιζαν πάνω στην άσφαλτο. Ημουν στην Αθήνα… Στους Αμπελοκήπους, όταν περπατάω, φέρνω πάντα στον νου τα βιβλία του Νίκου Παραδείση. Τα σκέφτομαι με ευλαβική συγκίνηση γιατί είναι μια βίβλος της μεγάλης αυτής γειτονιάς. Οπως ο ακάματος Νίκος Παραδείσης ανέστησε την ανθρωπογεωγραφία των Αμπελοκήπων, σπίτι το σπίτι, οικογένεια την οικογένεια, έτσι νιώθω και εγώ ότι φυλλομετρώ ένα μεγάλο λεύκωμα γεμάτο φωτογραφίες όσων έζησαν στους δρόμους εκεί γύρω… Ηλιδος, Εστίας, Κανδάνου, Βαρδουσίων, ονόματα δεμένα με διαδρομές μισοσβησμένες, με ζωές που γράφονται τώρα. Με σκέπαζαν οι θόλοι των δεντροστοιχιών, και οι ήχοι της γειτονιάς εκείνη την ώρα δεν ανήκαν μόνο στο τώρα.