ΠΟΛΗ

Στις Τζιτζιφιές, με μόνο «το γόητρο της παλαιότητάς του»

stis-tzitzifies-me-mono-to-goitro-tis-palaiotitas-toy-561485518

stis-tzitzifies-me-mono-to-goitro-tis-palaiotitas-toy0Εκεί, γωνία λεωφόρου Ποσειδώνος και Αιγέως, στις Τζιτζιφιές, έφερνε μυρωδιά θάλασσας ο αέρας. Κοιτούσα πώς έπεφτε ο ήλιος πάνω στο ερειπωμένο αρχοντικό, με τα λαβωμένα γείσα, σωστό σκηνικό μυστηρίου. Χορτάριαζαν οι αρμοί, χτυπούσαν τα παραθυρόφυλλα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ίσως λόγω της εγγύτητας της θάλασσας, ίσως και γιατί ο αέρας και ο ήλιος έφερναν μια αίσθηση πελάγους στην άσφαλτο, ένιωσα ότι χτυπιόντουσαν μεγάλα ιστία στους σαραβαλιασμένους τοίχους του αρχοντόσπιτου, που ξαφνικά φάνταζε σαν ιστιοφόρο χωρίς καπετάνιο. 

Τέτοιες συνειρμικές εικόνες ξετυλίγονταν στις Τζιτζιφιές, εκεί ανάμεσα στο Μοσχάτο και στην Καλλιθέα, σε δρόμους παλαιότατους, κάποτε αραιοκατοικημένους με σκόρπιες μονοκατοικίες. Ηταν εκείνο το ιδιαίτερο υβρίδιο αρχιτεκτονικού πειραματισμού μιας ορισμένης εξοχικής κουλτούρας, ανάμεσα στα δύο Φάληρα, όλη εκείνη η ακτογραμμή που σήμερα είναι αγνώριστη. Πιο μέσα στις Τζιτζιφιές, πολύ κοντά στη Θησέως (ή Ελ. Βενιζέλου) της Καλλιθέας και κοντά στις εκβολές του Ιλισού, με τραβούσαν τα βήματά μου και έφθασα λίγο πιο πάνω, έως τη μικρή οδό Αγίων Αποστόλων. Ο μικρός ναός αντιστοιχεί στην κλίμακα μιας κάποτε μικρής ενορίας, όπως φαίνεται και στα μονώροφα σπίτια που διασώζονται στον μικρό δρόμο.

Κοιτούσα το όμορφα συντηρημένο σπίτι στον αριθμό 5 της οδού Αγίων Αποστόλων, με την αρ ντεκό πόρτα και με χρώματα πράσινο, κεραμιδί και ώχρα, που για κάποιο λόγο μου έφεραν στον νου αρ ντεκό σπίτια της Ρόδου. Το θυμήθηκα αυτό το σπίτι λίγο πιο κάτω, στην οδό Πεισιστράτου 68, όταν συνάντησα ένα άλλο θαυμάσια συντηρημένο σπίτι, εκλεκτικιστικό αυτό, με προαύλιο και έντονη αστικότητα, που μου θύμισε περίτεχνα σπίτια του 1920 κοντά στην πλατεία Αιγύπτου. Τέτοια παιχνίδια έπαιζε η φαντασία, που απλωνόταν ανενόχλητη με ερεθίσματα από τα κατάλοιπα των παλαιών σπιτιών. Ακριβώς δίπλα, στο 66 της οδού Πεισιστράτου, συνάντησα ένα άλλο σπίτι, που σαν να με περίμενε, όπως και κάθε μοναχικό και αδηφάγο για ρομαντικά θεάματα διαβάτη. 

Ηταν μια μικρή έπαυλη. Αυτές οι βιλίτσες –όπως έλεγαν– των νοτίων προαστίων, χωμένες μέσα σε σκονισμένες φυλλωσιές, πίσω από καγκελόφραχτες αυλές, ανάμεσα σε σκόρπια απομεινάρια μιας άλλοτε συνηθισμένης ζωής. Εκεί, στις Τζιτζιφιές, σε ένα κράμα πόλεως και εξοχής, ανεμελιάς και οργάνωσης. Αυτό το σπίτι με κράτησε ώρα πολλή, ίσως γιατί το είδα τόσο μόνο και παραμελημένο. Ισως όμως γιατί ήταν και τόσο όμορφο, χωρίς να έχει συνείδηση του κάλλους ή της όποιας γοητείας. Στεκόταν εκεί σαν πετρωμένο, ασάλευτο, με μόνο διάδημα «το γόητρο της παλαιότητάς του». 

Είχα πρόσφατα διαβάσει αυτή τη φράση σε ένα από τα διηγήματα του Μάριο Αντρέα Ριγκόνι που μετέφρασε η Μαρία Φραγκούλη για τις εκδόσεις Loggia. Ναι, αυτό το γόητρο υπήρχε ακόμη. Το έβλεπα όσο και το ένιωθα. Και τα δύο ήταν αναγκαία. Μορφή και περιεχόμενο.

Ολόγυρα οι ψηλές πολυκατοικίες σε φαρδείς και στενούς δρόμους περιέγραφαν τη γνώριμη αθηναϊκή, ενιαία συνθήκη. Μόνο που στους δρόμους που περπατούσα έφτανε μια θαλασσινή αύρα, ή μπορεί και να τη φανταζόμουν, πάντως ο αέρας έφερνε μια αίσθηση ελευθερίας και ανοιχτωσιάς που ίσως να τύλιγε και το μοναχικό σπίτι της οδού Πεισιστράτου. Υπήρχε ανεπαίσθητα μια νεογοτθική αύρα στην πρόσοψη, που μου θύμισε ημιεξοχικά σπίτια των Πατησίων, σκιασμένες αυλές από φοινικόδεντρα, συκιές και χαρουπιές, πατημένο χώμα, μυρωδιά από ποτισμένες γλάστρες, μισάνοιχτα παράθυρα με ανεμίζουσες κουρτίνες.

Να, μια μικρή έπαυλη, κλειστή και σκονισμένη, τι μπορεί να γεννήσει στη φαντασία…

Τελευταίες ειδήσεις