ΑΠΟΨΕΙΣ

Αλαν Πάρκερ, ο Βρετανός σκηνοθέτης που κατέκτησε το Χόλιγουντ

gkat_12_0808_page_1_image_0002

Είναι νύχτα σε εξοχικό δρόμο της πολιτείας του Μισισιπή, με διαδοχικές ανηφόρες και κατηφόρες. Εμφανίζεται ένα αυτοκίνητο το οποίο αμέσως χάνεται πίσω από μια από τις ανηφόρες. Το ίδιο συμβαίνει με το αυτοκίνητο που το ακολουθεί. Η ρυθμική, ασθμαίνουσα, δραματική (ηλεκτρονική) μουσική υπόκρουση του Τρέβορ Τζόουνς εντείνει την αγωνία που χτίζεται σιγά σιγά: το δεύτερο αυτοκίνητο καταδιώκει το πρώτο. Το αίσθημα της απειλής κάνει το στομάχι να σφίγγεται. Και όντως, αυτό που έπεται είναι μια τριπλή δολοφονία που στιγμάτισε την Αμερική του 1964.

Αυτή είναι η καθηλωτική αρχή της ταινίας «Ο Μισισιπής καίγεται» που ο Βρετανός σκηνοθέτης Αλαν Πάρκερ γύρισε το 1988, με πρωταγωνιστές τους Ουίλιαμ Νταφόε και Τζιν Χάκμαν.

Οι δύο ηθοποιοί υποδύονται πράκτορες του  FBI σε αποστολή στον Μισισιπή προκειμένου να εντοπίσουν τρεις αγνοούμενους (δύο λευκούς και έναν μαύρο), ακτιβιστές των φυλετικών δικαιωμάτων, οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται, είναι τα τρία θύματα της αρχικής σκηνής.

Ταινία δυσάρεστα επίκαιρη (και) σήμερα, ο «Μισισιπής» ήταν η δεύτερη υποψηφιότητα για βραβείο Οσκαρ για τον Πάρκερ. Η πρώτη ήταν δέκα χρόνια πριν με το αμφιλεγόμενο, σοκαριστικό ακόμα και σήμερα, «Εξπρές του Μεσονυκτίου» (1978). Συμπτωματικά(;) και εκεί, το σασπένς και η αγωνία χτίζονται με μαεστρία από τις πρώτες σκηνές που οδηγούν στη σύλληψη του Αμερικανού Ουίλιαμ Χέιζ από Τούρκους αστυνομικούς στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης.

Σε εκείνο το φιλμ, για το οποίο ο Πάρκερ υποχρεώθηκε αργότερα να ζητήσει συγγνώμη από την επίσημη Τουρκία (στο «Εξπρές» δεν υπάρχει ούτε ένας στοιχειωδώς συμπαθής Τούρκος), έχουμε μια άλλη εμβληματική σκηνή καταδίωξης στα άθλια σοκάκια της Κωνσταντινούπολης, αυτή τη φορά υπό τη μουσική υπόκρουση του Τζόρτζιο Μόροντερ.

Και οι δύο αυτές ταινίες βασίζονται σε αληθινά πρόσωπα και περιστατικά. Επίσης, αμφότερες αναδεικνύουν το αστείρευτο ταλέντο του Πάρκερ ως σκηνοθέτη που διεκδικεί δάφνες χορογράφου: συνδυάζοντας μοντάζ και μουσική δεξιοτεχνικά, ενορχηστρώνει αφηγήσεις τόσο δραστικές που δύσκολα λησμονιούνται.

Ο Αλαν Πάρκερ, ο οποίος πέθανε στις 31 Ιουλίου, στα 76  του, έπειτα από μακρά ασθένεια, έχει στο ενεργητικό του ένα εκπληκτικά ετερόκλητο, θεματολογικά μιλώντας, σύνολο ταινιών. Δεν είναι τυχαίο πώς είχε αυτή τη μοναδική ικανότητα να «δένει» μουσική, κίνηση και εικόνα, σαν να ήταν χορογράφος. Ο Πάρκερ υπήρξε σκηνοθέτης μιούζικαλ και ταινιών με έντονο το μουσικό στοιχείο που έγραψαν ιστορία «Μπάγκσι Μαλόουν» (1975), γκανγκστερικό νουάρ φιλμ με ηθοποιούς… παιδιά και όπλα που αντί για σφαίρες ρίχνουν… αφρό, το θρυλικό «Στον πυρετό της δόξας» (1980), την κλασική ροκ όπερα «Pink Floyd – The Wall» (1982), με πρωταγωνιστή τον Μπομπ Γκέλντοφ, τους απολαυστικούς «The Commitments» (1991) και το «Εβίτα» (1996), με τη Μαντόνα και τον Αντόνιο Μπαντέρας.

Στην πραγματικότητα, ο Πάρκερ έκανε πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες. Ακόμα και οι μουσικές ταινίες που αναφέρθηκαν παραπάνω, παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές ανάμεσά τους ως προς την ατμόσφαιρα, τον ρυθμό, την ίδια τη μουσική, την εποχή, το σκηνικό.

Αυτός ο γόνος λαϊκής εργατικής τάξης του Λονδίνου, που έκανε τα πρώτα του βήματα στη διαφήμιση αλλά μετά το «Εξπρές» η φήμη του εκτοξεύθηκε στο Χόλιγουντ, αναζητούσε συνειδητά το διαφορετικό σε κάθε του ταινία. Δύσκολα, π.χ., θα μπορούσε κάποιος να καταλάβει πως ο ίδιος άνθρωπος κρύβεται πίσω από το «Come See the Paradise» (1990), δράμα εποχής με θέμα τα στρατόπεδα εγκλεισμού που οργάνωσαν οι Αμερικανοί για τους ιαπωνικής καταγωγής πολίτες των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το ποιητικό «Birdy» (1984), με τους Νίκολας Κέιτζ και Μάθιου Μοντίν.

Υπό τη «φευγάτη», άκρως υποβλητική και ονειρική μουσική του Πίτερ Γκάμπριελ, ο Πάρκερ, βασισμένος στο ομότιτλο βιβλίο του Ουίλιαμ Ουόρτον, στήνει ένα δράμα που θα μπορούσε να είναι μία ακόμα αντιπολεμική ταινία πάνω στο τραύμα του Βιετνάμ, αν δεν ήταν υπέροχα λοξό: ο «Μπέρντι», τον οποίο υποδύεται ένας νέος Μάθιου Μοντίν (τρία χρόνια μετά θα πρωταγωνιστήσει στο «Φουλ Μέταλ Τζάκετ» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ), αυτός ο αλαφροΐσκιωτος νεαρός που λατρεύει τα πουλιά, επιστρέφει από το Βιετνάμ με ψυχικά τραύματα τα οποία δεν συγκρίνονται με τα αντίστοιχα σωματικά του παιδικού του φίλου (Νίκολας Κέιτζ), επίσης βετεράνου, ο οποίος προσπαθεί να βοηθήσει τον Μπέρντι να απελευθερωθεί από τον κόσμο της φαντασίας όπου έχει βρει καταφύγιο. Ο Πάρκερ, κατά δήλωσή του, βασανίστηκε πολύ μέχρι να καταλήξει στη φόρμα της ταινίας, αφού το αρχικό βιβλίο ήταν ιδιαζόντως ποιητικό για να μεταφερθεί στο σινεμά. Κι όμως, τα κατάφερε, στον βαθμό που πολλοί κριτικοί του σινεμά να αποφαίνονται πως αυτή είναι η καλύτερη στιγμή του κινηματογραφικής του καριέρας.

Δύσκολα επίσης θα μπορούσε κάποιος να καταλάβει πως ο ίδιος σκηνοθέτης βρίσκεται πίσω από τους εκρηκτικούς, κεφάτους «Commitments» (είναι η ιστορία μιας ομάδας άσημων Ιρλανδών της εργατικής τάξης που φτιάχνει μια εκπληκτική σόουλ μπάντα) και τον «Δαιμονισμένο άγγελο» (1987): ταινία τρόμου που, ενώ αρχικά έγινε δεκτή με ανάμεικτα συναισθήματα, σήμερα έχει αποκτήσει χαρακτήρα μύθου: ο Μίκι Ρουρκ στη νουάρ Νέα Υόρκη και την υγρή Νέα Ορλεάνη του 1955, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο ως η κορυφαία ενσάρκωση του Σατανά στο σινεμά, η αισθησιακή Σάρλοτ Ράμπλινγκ ως σατανίστρια, η Λίζα Μπονέ ως άκρως ερωτική χορεύτρια του βουντού, το ριδμ εν μπλουζ της δεκαετίας του ’40, η αριστουργηματική πρωτότυπη μουσική επένδυση του Τρέβορ Τζόουνς, πάνω απ’ όλα, η ιδιαίτερη αφηγηματική ματιά του Πάρκερ, όλα συνθέτουν ένα σύμπαν απέραντα γοητευτικό όσο και τρομακτικό. Αν στο «Μπέρντι» ο Πάρκερ συνδυάζει το προσωπικό στυλ με το περιεχόμενο, εδώ το προσωπικό στυλ, έστω και χωρίς σοβαρό περιεχόμενο, κερδίζει από μόνο του το στοίχημα.

Οι ταινίες του Αλαν Πάρκερ αγαπήθηκαν από το ευρύ κοινό και την ίδια στιγμή εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τους κριτικούς. Θα λέγαμε πως, ως σκηνοθέτης, είναι η επιτομή του απαιτητικού σινεμά το οποίο, χωρίς να καινοτομεί ή να ανοίγει νέους δρόμους, είναι όπως ένα ωραίο τραγούδι: τις ταινίες του θέλεις να τις βλέπεις ξανά και ξανά.

Δικαίως του απονεμήθηκε, μεταξύ άλλων, ο τίτλος του Σερ, ταινίες του απέσπασαν έξι βραβεία Οσκαρ, και ο ίδιος τιμήθηκε με  το BAFTA Fellowship, το σημαντικότερο βραβείο στη βρετανική κινηματογραφική βιομηχανία.