ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ομηρική «Ιλιάδα» και η καζαντζακική «Οδύσεια»

i-omiriki-iliada-kai-i-kazantzakiki-odyseia

Στο γραφείο μου έχω μέρες τώρα δύο βιβλία που μου προκαλούν εξαιρετική συγκίνηση. Μεικτή. Χαίρομαι και καμαρώνω να τ’ αγγίζω με το βλέμμα ή με τα χέρια μου, να τα φυλλομετρώ, να τιμώ τον κόπο που τα γέννησε, να θαυμάζω τη λιτή τυπογραφική μαστοριά που τα ετοίμασε. Και την ίδια στιγμή λυπάμαι που αδυνατώ να τα διαβάσω. Να πολιτογραφηθώ κάτοικός τους. Γιατί είναι γραμμένα σε γλώσσες που δεν τις κατέχω: ιταλικά και καταλανικά. Οικείες τις νιώθω, ιδίως τα ιταλικά, που τ’ ακούμε πιο συχνά, χάρη και στις σπουδαίες ταινίες των γειτόνων. Αυτή η οικειότητα ωστόσο δεν γκρεμίζει το φράγμα. Μόνο το χαμηλώνει λίγο, με τη βοήθεια του ρυθμού, όπως τον πιστοποιεί και το συλλαβιστό διάβασμα, αλλά και των γνώριμων, ελληνόηχων ονομάτων που ανασταίνονται στις σελίδες των δύο βιβλίων. Του Οδυσσέα, του Αχιλλέα και των άλλων ηρώων του Τρωικού πολέμου.

Η χαρά επικρατεί βέβαια. Και το καμάρι για το μεταφραστικό επίτευγμα δύο ελληνιστών που, τύχη αγαθή, είναι φίλοι μου αγαπημένοι. Του Νικόλα Κροτσέττι, του Σταυρόπουλου ελληνιστί, και του Πάου Σαμπατέ, άλλως Παύλου Τσαγκάρη. Με έπη αναμετρήθηκαν και οι δύο, νικηφόρα, αν κρίνουμε από τη θερμότατη υποδοχή των μεταφράσεών τους στην Ιταλία και την Καταλονία. Με την ομηρογέννητη «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη ο Κροτσέττι, με την ομηρική «Ιλιάδα» ο Σαμπατέ. Οι 24 ραψωδίες της «Ιλιάδας» απαρτίζονται από 15.693 στίχους, η καζαντζακική «Οδύσσεια» κατέληξε εκ προγραμματισμού σε 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους. 

Οταν ο Κροτσέττι μού πρωτοείπε, στην αρχή της γνωριμίας μας, το 2014, ότι αποφάσισε να παλέψει με το θεριό του Καζαντζάκη, χάρηκα, ζήλεψα και ντράπηκα – και του το είπα. Ζήλεψα το πάθος του να αφιερώνεται και να διακονεί. Ντράπηκα που, αν και αγαπάω τον Καζαντζάκη ποιητή και λατρεύω τις 22 «Τερτσίνες» του, συμπληρωματικές της «Οδύσσειας», μόνο αποσπασματικά είχα διαβάσει μέχρι τότε το έπος. Πολλές σελίδες του, πλην ανάκατα και αναζητώντας κυρίως γλωσσικά τιμαλφή, όχι την ποίηση. Δεν του είχα παραδοθεί από την αρχή κι ώς το τέλος. 

Χάρηκα λοιπόν που ένας πιστός της οικουμενικής ποίησης (τεκμήριο το εξαιρετικό περιοδικό «Poesia» που εκδίδει για τέταρτη δεκαετία τώρα)· ένας ταπεινός υπηρέτης της ελληνικής λογοτεχνίας και γλώσσας, που γεννήθηκε κι έζησε τα πρώτα χρόνια του στην Πάτρα, κι έδωσε το όνομα της Ελληνίδας μητέρας του, «Αριστέα», σε σειρά των εκδόσεών του· ένας πολυβραβευμένος πλέον, εμπειρότατος μεταφραστής, ο οποίος, εκτός από πεζογράφους μας, είχε ήδη συστήσει στους Ιταλούς αναγνώστες δεκάδες Ελληνες ποιητές, κορυφαίους και «ελάσσονες», Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Αναγνωστάκη και έως τη γενιά του 1970, με αυτοτελείς εκδόσεις ή με την ογκώδη ανθολογία νεοελληνικής ποίησης που συνεπιμελήθηκε με τον Φιλιππομαρία Ποντάνι, θα ξανοιγόταν στο ταραγμένο καζαντζακικό πέλαγος για να αναδείξει τους θησαυρούς του. Και του ορκίστηκα να πέσω κι εγώ στα νερά του. 

Οπως κι έγινε. Για να βεβαιωθώ ότι μετά τον Σολωμό, ο Καζαντζάκης είναι ο ποιητής μας που άκουσε προσεχτικότερα, σεβαστικά, τον λαϊκό λόγο, σαν «ειδωλολάτρης των λέξεων» όπως τον χαρακτήρισε ο Κροτσέττι σε συνέντευξή του στην Τασούλα Καραϊσκάκη («Καθημερινή», 11.2.2019). Και υιοθέτησε είτε ατόφιες λέξεις του είτε την παραγωγική μέθοδό του, στη δημιουργία συνθέτων πρωτίστως. Καλό παράδειγμα ο ευρύς δανεισμός από τα δημοτικά τραγούδια της προσφυούς λέξης «ο αγαπός» / «η αγαπώ», ενός ρήματος που έγινε ουσιαστικό, για να υπηρετηθούν οι ανάγκες της ερωτικής ποίησης. Διαβάζουμε στη ραψωδία Γ: «Κι ο δοξαράς περνούσε, κι έτρεμε σαν άγουρου η καρδιά του / που μπαίνει νύχτα ψαχουλεύοντας στης αγαπώς το σπίτι».

Στην Ελλάδα, οι ποιητικοί και γλωσσικοί θησαυροί της «Οδύσσειας», που πρωτοεκδόθηκε το 1938, με ένα σίγμα στον τίτλο της, έχουν αφήσει ασυγκίνητους πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων και στο πέρασμα των δεκαετιών. Είτε επειδή τους αποθάρρυνε η έκταση του ποιήματος (το ίδιο «επιχείρημα» πάντως έχει διευκολύνει και την άνευ ουσιαστικής αναγνώσεως απόρριψη του Παλαμά και του Ρίτσου) είτε επειδή με τα χρόνια η λατρεία για τον Καζαντζάκη μεταστράφηκε σε αρνητισμό, θεμελιωμένο και στο ελιτίστικο δόγμα «το μαζικό δεν είναι υψηλό»: για να μεταφράζεται και να διαβάζεται τόσο πολύ ο Κρητικός, παγκοσμίως, δεν μπορεί να είναι καλός… Αφήνω εδώ κατά μέρος την καλά ενορχηστρωμένη κάποτε ιδεολογική-πολιτική εναντίωση στο καζαντζακικό έργο και στο ενδεχόμενο βράβευσής του με το Νομπέλ, γιατί θα οδηγούμασταν κατευθείαν σε μια από τις «αρρώστιες της φυλής», το εμφύλιο πάθος, και θα ’πρεπε να μακρύνει ο λόγος.

Η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η ομηρική, αλλά και εκεί όπου άρχιζαν οι παλιές παραδόσεις, για τον ήρωα που δεν άντεξε να μένει βασιλικά στάσιμος και βγήκε πάλι στην αναζήτηση. Ο Κροτσέττι ανάστησε ένα εξαιρετικά δύσκολο κείμενο και πρόσφερε στους Ιταλούς την ευκαιρία να γευτούν το έργο ενός πασίγνωστου πεζογράφου πλην άγνωστου ποιητή. Εξ ου και ο κριτικός ενθουσιασμός, λ.χ. του Ματτέο Νούτσι, ο οποίος υμνεί «έναν έξοχο μεταφραστή, έναν ποιητή που δίνει φωνή στους ποιητές, έναν άλλον τρελό, παθιασμένο εξερευνητή των ανθρωπίνων ορίων, ο οποίος –όπως ο Καζαντζάκης και ο πρωταγωνιστής του ποιήματος, ο Οδυσσέας– αφέθηκε στα κύματα και περιπλανήθηκε για πάνω από επτά χρόνια σε άγνωστα πελάγη, ξαναβρίσκοντας κάθε ήχο, κάθε κρυφή σημασία, ανασυνθέτοντας το φως, το χρώμα και τη μαγική ισορροπία ενός πελώριου έργου» (το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Repubblica, στις  24.12.2020, και αναδημοσιεύτηκε σε σχετικό ηλεκτρονικό αφιέρωμα του περιοδικού «Νέον Πλανόδιον», μεταφρασμένο από τη Μαρία Φραγκούλη).

Τον Πάου Σαμπατέ τον γνώρισα στη Βαρκελώνη το 2015, με την ευκαιρία ενός ποιητικού συνεδρίου με θέμα «Η αναζήτηση του Νότου», οργανωμένου από την Ελληνίδα ποιήτρια Ναταλία Καραγιάννη, που ζει στην καταλανική πρωτεύουσα. Νεότατος, γεννημένος το 1989, μα ζηλευτά ελληνομαθής, χάρη στις σπουδές του Κλασικής Φιλολογίας, και ζηλευτά γλωσσομαθής χάρη στο ταλέντο του: κατέχει δέκα γλώσσες. Εχοντας ήδη μεταφράσει στα καταλανικά τα ποιήματα της Σαπφώς, τον «Μισοπώγωνα» του Ιουλιανού, τον «Τελευταίο πειρασμό» του Καζαντζάκη και αρκετούς νεότερους και νεότατους Ελληνες, αφιερώθηκε στην «Ιλιάδα» του Ομήρου και τη μετέφρασε σε έμμετρο καταλανικό στίχο. «Καιρός ήταν να δούμε επιτέλους καλό από Καταλανό» τον πείραζα, θυμίζοντάς του ότι η σκληρή Καταλανοκρατία στην Ελλάδα έχει αποτυπωθεί σε πικρόχολα δημοτικά τραγούδια και παροιμίες μας. Το είδαμε. Θα δούμε πολλά ακόμα. Ηδη ο Πάου μεταφράζει Ελύτη.

Μπορεί στο εξωτερικό οι ελληνικές σπουδές να μην είναι στα καλύτερά τους. Οσο υπάρχουν όμως ταμένοι άνθρωποι, όπως ο Νικόλα Κροτσέττι και ο Πάου Σαμπατέ, που η αγάπη τους δεν περιμένει χορηγίες και τιμές για να δουλέψει, μπορούμε να ελπίζουμε. Και υποχρεούμαστε να τους ευγνωμονούμε.