ΑΠΟΨΕΙΣ

Συνεργός της λαγνείας

synergos-tis-lagneias-2010671

Τ​​ις προάλλες ο κύριος Γκρι ξύπνησε μέσα στη νύχτα. Νόμιζε ότι πνιγόταν. Την επομένη, διαπίστωσε πως είχε μια κρίση γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Ηταν η πρώτη φορά που του συνέβαινε – όχι όμως και η τελευταία. Διότι μυαλό δεν έβαλε: όλο αυτό ήταν αποτέλεσμα καταχρήσεων βραδινών. Πλήρες μενού στις εννέα η ώρα το βράδυ, συνοδεία οίνου ερυθρού και στη συνέχεια επιδορπίου και, το αποκορύφωμα, αποσταγμάτων διαφόρων ειδών.

«Φέρτε τα λευκά», ακούγεται κάθε τόσο να λέει ο κύριος Γκρι με ένα ύφος που συνδυάζει την προσταγή με την παράκληση. Είναι και το εξαίσιο μαγείρεμα της καλής του φίλης Σίσσυς Α. και η όλη ατμόσφαιρα του τραπεζιού, στην οποία συμβάλλει σταθερά ο Α, ο σύντροφος της Σίσσυς.

«Οφείλω να το παραδεχθώ», λέει ο κύριος Γκρι, χαμηλώνοντας το κεφάλι. «Είμαι λαίμαργος». Ποιος, αυτός που ουδεμία σχέση έχει με τη λεγόμενη γαστρονομική κουλτούρα, με σχετικά έντυπα, εκπομπές και τα τοιαύτα. Σε αντίθεση με εμένα, βέβαια, έχει αισθητήριο της γεύσης. Εγώ είμαι παντελώς άσχετος. «Εάν έγραφες σε γαστρονομικό περιοδικό», μου είπε κάποτε, «η στήλη σου θα είχε τον τίτλο “Η γευσιγνωσία ενός άσχετου”». Και έχει δίκιο.

Ισως όμως αυτή η ασχετοσύνη να με γλίτωσε από τις κακοτοπιές στις οποίες περιέπεσε ο κύριος λαίμαργος Γκρι. Και τούτη τη φορά, σε αντίθεση με το τι συμβαίνει συνήθως, εγώ του απέστειλα μέιλ επισυνάπτοντας κείμενο σχετικό με την κατάστασή του – και τις διανοητικές περιέργειες που τον κατατρώνε κάθε τόσο. Επρόκειτο για τον ορισμό της λαιμαργίας ως αμαρτήματος από τον ερημίτη πατέρα του 4ου αιώνα, τον Ευάγριο τον Ποντικό: «Η λαιμαργία είναι η μητέρα της λαγνείας, η τροφός των σατανικών σκέψεων, οκνηρία στη νηστεία, εμπόδιο στον ασκητισμό, τρόμος για τον ηθικό σκοπό, η φαντασίωση του φαγητού, σχεδιαστής των καρυκευμάτων, ένα ανεξέλεγκτο πουλάρι, αχαλίνωτη τρέλα, ο δρόμος για την ασθένεια, φθόνος για την υγεία, εμπόδιο στις (σωματικές) διόδους, βρυχηθμός των εντέρων, ύβρις ακραία, συνεργός της λαγνείας, θόλωμα του μυαλού, αδυναμία του σώματος, δυσκολία στον ύπνο, θάνατος ζοφερός» (η ωραία μετάφραση είναι της Εριφύλης Μαρωνίτη, από το «Αχθος της σάρκας: Νηστεία και σεξουαλικότητα τα πρώτα χριστιανικά χρόνια», Μινεάπολις: Fortress Press, 1998, της Τερέζα Σο).

«Παίζεις με τον πόνο μου», ήρθε η απάντηση του κυρίου Γκρι, λίγα λεπτά αργότερα. Και την επομένη, μου έγραψε πως, αφού διάβασε το χωρίο, υπέφερε από εφιάλτες: έβλεπε ότι ήταν έγκλειστος σε έναν αποστειρωμένο, κατάλευκο χώρο όπου επιτρέπονταν μονάχα υγιεινές τροφές σε μικρές δόσεις, χυμοί, βιολογικά προϊόντα, άφθονο νερό, μικρές φιάλες με ντετόλ πλάι σε κάθε πόρτα (για να απολυμαίνονται τα χέρια αφού πιάσεις τα πόμολα), μυώδεις νοσοκόμες με τα σύνεργα του εβδομαδιαίου υποκλυσμού ανά χείρας, δωμάτια πήχτρα στο φενγκ σούι και τα «θετικά ενεργειακά πεδία», κι έναν αδιόρατο ρόχθο να πλανάται διαρκώς στον αέρα εν είδει ηχητικής υπόκρουσης που ερχόταν από το πουθενά – το επίμονο γουργουρητό ενός στομάχου κενού. Στο τέλος, πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι του αλαφιασμένος. Το ίδιο βράδυ, καταβρόχθισε κάμποσο από τον εξαιρετικό «σιδηρόδρομο» της Σίσσυς.

«Νομίζω», μου είπε, φανερά προβληματισμένος όταν βρεθήκαμε, «ότι ισχύει αυτό που γράφει η συγγραφέας Φρανσίν Πρόουζ: αν η λαιμαργία είναι όντως αμαρτία, ποιος από εμάς δεν είναι ένοχος; Η Πρόουζ ορθά γράφει ακόμα πως η λαιμαργία, αυτό το “αδερφό” παράπτωμα της λαγνείας, είναι συνυφασμένη με συμπεριφορές απαραίτητες για τη διαιώνιση και επιβίωση του ατόμου και του είδους. Η λαγνεία και η λαιμαργία, λέει η Πρόουζ, δεν κρίνονται από την πράξη μα από την πρόθεση. Οχι από την πλήρωση αλλά από την επιθυμία. Οχι από την παρόρμηση αλλά από την αδήριτη ανάγκη». Σώπασε για λίγο. Μετά ρώτησε: «Πότε όμως μπορούμε να ξεχωρίσουμε καθαρά πότε είναι ανάγκη και πότε επιθυμία; Είναι πάντοτε τόσο ξεκάθαρη η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο; Μπορεί κάποιος να μου απαντήσει σε αυτό το ερώτημα;». Δεν είχα απάντηση να του δώσω (ποτέ δεν έχω). Ηξερα ότι θα επανέλθει, αργά ή γρήγορα.