ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Να αλλάξουμε συζήτηση

na-allaxoyme-syzitisi-2300236

Ολο και πιο πυκνά τα τελευταία χρόνια, ακολουθώντας την εκρηκτική άνοδο του τουρισμού, διοργανώνονται συζητήσεις, ημερίδες, εκδηλώσεις για τα ελληνικά προϊόντα. Το αντικείμενο διερεύνησης είναι πώς οι γαστρονομικοί θησαυροί που υπάρχουν σε όλη τη χώρα, θα φτάσουν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό, μέσα από τα εστιατόρια, τις ξενοδοχειακές μονάδες, τις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε πρώτης γραμμής τουριστικά μέρη. Πώς θα γίνει δηλαδή με τον καλύτερο και πιο παραγωγικό τρόπο, η διασύνδεση τουρισμού – γαστρονομίας. Σύμφωνα με πολλές έρευνες, αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των ξένων καταναλωτών που επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για την τοπική γαστρονομία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κίνητρο τους για ένα ταξίδι στην Ελλάδα είναι αποκλειστικά ο γαστροτουρισμός. Αρα, οι ευκαιρίες είναι πραγματικά άφθονες, και το περιθώριο κέρδους πολύ μεγάλο για την ελληνική οικονομία. 

Είναι επομένως εξαιρετικά χρήσιμος ο προβληματισμός αλλά και η συζήτηση των ειδικών, όπως πολύτιμα είναι και τα γαστρονομικά αφιερώματα και φεστιβάλ που πραγματοποιούνται και εκτός από την προβολή των τοπικών προϊόντων, βοηθούν και την τοπική οικονομία. Ομως, είναι αρκετά όλα αυτά; Ή μήπως μένουμε στις εντυπώσεις και στη θεωρία, και αφήνουμε απέξω την ουσία; Και αυτή δεν είναι άλλη από το πρόβλημα της ποσότητας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για δυναμική προβολή της ελληνικής γαστρονομίας και παραγωγής, όταν στα τουριστικά μέρη της χώρας το μεγαλύτερο ποσοστό προϊόντων είναι εισαγόμενο. Και είναι εισαγόμενο γιατί η εγχώρια παραγωγή αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της αγοράς. Σε μια χώρα με τον τουρισμό της Ελλάδας, όπου επί τρεις μήνες -στη Σαντορίνη και στη Ρόδο μπορεί να φτάνουμε και τους 6-8 μήνες- οι επιχειρήσεις τουρισμού και εστίασης εργάζονται σε υπερεντατικούς ρυθμούς, δεν υπάρχουν περιθώρια για αστοχία ή καθυστέρηση. 

Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων, οι μάνατζερ, οι σεφ, αγωνιούν για συνεχή τροφοδότηση και συνέπεια στους χρόνους παράδοσης. Θα ήταν πραγματικά υπέροχο και με βάση τον γευστικό πλούτο που διαθέτουμε, το μεγαλύτερο ποσοστό του προσφερόμενου γαστρονομικού προϊόντος να είχε ελληνική σφραγίδα. Αλλά είναι ουτοπικό να μιλάμε για κάτι τέτοιο, όταν η παραγωγή αδυνατεί να ακολουθήσει τις ανάγκες της αγοράς. Οπότε η συζήτηση πρέπει να αλλάξει. Και να επικεντρωθεί στην πρωτογενή παραγωγή αλλά και στο πώς θα δημιουργηθούν δίκτυα διανομής προς όφελος των μικρών παραγωγών της χώρας.