ΒΙΒΛΙΟ

Χωρίς λαχτάρα δεν μπορούμε να ζήσουμε;

choris-lachtara-den-mporoyme-na-zisoyme-561346354

Ο κύριος Γκρι ξεφυλλίζει το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της Λιν Ούλμαν, κόρης της Λιβ Ούλμαν και του Ινγκμαρ Μπέργκμαν, με τον τίτλο «Ανησυχία», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της συγγραφέως Χίλντας Παπαδημητρίου.

Σε κάποιο σημείο, η κόρη θυμάται που όταν ήταν μόλις δύο ετών, ο πατέρας τής έγραψε: «Σου εύχομαι να νιώθεις διαρκή λαχτάρα κι ελπίδα, γιατί χωρίς λαχτάρα δεν μπορούμε να ζήσουμε». 

«Τι εννοούσε με αυτό;» αναρωτιέται η κόρη. «Χωρίς λαχτάρα δεν μπορούμε να ζήσουμε; Δεν μπορεί να εννοούσε αυτή την τρέλα. Αυτή την πείνα. Αυτό τον φόβο». Το παιδί λαχταράει τη μαμά του, η οποία ταξιδεύει στην Αμερική. «Μου λείπει η μαμά μου όλη την ώρα. Και τώρα έφυγε πάλι». Ξεροσταλιάζει πλάι στο τηλέφωνο. Η μαμά δεν τηλεφωνεί όμως. Χρόνια μετά, η μαμά εισβάλλει στο δωμάτιο της κόρης, «με το μακρύ, ευωδιαστό μεταξωτό νυχτικό της, τα μαλλιά της ανεμίζουν προς κάθε κατεύθυνση, μαύρες μουντζούρες από μάσκαρα κάτω από τα μάτια της. Μόλις είδε στην τηλεόραση ένα ρεπορτάζ για τα νεαρά κορίτσια που πάσχουν από ανορεξία. Τραβάει το πάπλωμα από πάνω μου και βογκάει στο θέαμα του θώρακά μου». 

Η κόρη σκεπάζεται και διώχνει τη μαμά απ’ το δωμάτιο. Θυμάται ξανά εκείνο το γράμμα του πατέρα της. «Υποθέτω», της έγραφε, «ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, είσαι τόσο δεμένη με τη μητέρα σου ώστε όλα τα άλλα, ενώ είναι ενδιαφέροντα, δεν σε απασχολούν ιδιαιτέρως». Η κόρη σκέφτεται: «Αυτό δεν ισχύει πια. Δεν είμαι δεμένη με κανέναν».  

Η μητέρα παίρνει μαζί της την κόρη της στο Λος Αντζελες για ένα διάστημα. Εκεί, το κορίτσι υποψιάζεται ότι λαχτάρα δεν είναι μόνον φόβος και τρόμος. Είναι και επιθυμία. Που και αυτή, με τη σειρά της, μπορεί να είναι φόβος και τρόμος.

«Την εποχή της Ωραίας Ελένης της Τροίας», γράφει, «οι άνθρωποι έφτιαχναν λίστες με τους θαυμαστές της. Μια τέτοια λίστα έχει συντάξει ο Ψευδο-Απολλόδωρος (τριάντα ένας μνηστήρες), μία άλλη ο Ησίοδος (έντεκα μνηστήρες) και μία ακόμα ο Υγίνος (τριάντα έξι μνηστήρες). Η μαμά λέει με την μπεμπεκίστικη φωνή της: “Μπορώ να έχω όποιον θέλω, φτάνει μόνο να τον κοιτάξω”. Συχνά αποκαλούσε τους άντρες “αυτοί” και τις κοπέλες “εμείς”. Δεν τους αρέσουμε όταν μιλάμε με τσιριχτή φωνή. Δεν πρέπει να είμαστε πολύ πρόθυμες – αυτό τους τρομάζει και τους διώχνει». 

Ο κύριος Γκρι δεν είναι βέβαιος γι’ αυτό τον τελευταίο αφορισμό της μάνας. Πάντοτε πίστευε ότι ήταν η υπέρμετρη επιθυμία των αγοριών που απωθεί τα κορίτσια. Μάλλον: η αποχαλινωμένη έκφραση της επιθυμίας. 

Φρένο-γκάζι. Οπως σ’ εκείνη την αισθησιακή, σχεδόν πορνογραφική, σκηνή της «Σιωπής» του Μπέργκμαν: μέσα σ’ ένα μισοάδειο θέατρο, η Γκίνελ Λίντμπλομ κοιτά με λαχτάρα και αποστροφή ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα. Η λαχτάρα που για το μικρό κορίτσι ισοδυναμεί με τρέλα, με πείνα. Αυτόν τον ισόβιο εθισμό.